Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Πώς διαλύουν τη δημόσια Υγεία για χάρη των ιδιωτών.

Πώς διαλύουν τη δημόσια Υγεία για χάρη των ιδιωτών.

Του Αλέξη Μπένου*

Το τελευταίο δεκαπενθήμερο, η κυβέρνηση μας υπενθύμισε τις διαθέσεις της για την Υγεία, με τον ειδικό σε αυτές τις αποστολές υπουργό να ανακοινώνει το ριζικό τσεκούρωμα των δημόσιων υπηρεσιών Υγείας. Παράλληλα, με ένα φαινομενικά άσχετο παραλήρημα, τα έβαλε με τις προληπτικές εξετάσεις.

Σε αντίθεση με τρέχουσες αντιλήψεις, ότι «δεν ξέρουν τι τους γίνεται», ο κυβερνητικός σχεδιασμός αποδεικνύεται, και στην πολιτική Υγείας, ότι είναι πολύ καλά προετοιμασμένος και εφαρμόζει με εντυπωσιακή συνέπεια και συνοχή τους στόχους του. Με εντυπωσιακό συντονισμό με τους στόχους της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας και σε υποδειγματική συνεργασία μαζί της, και με ιδεολογική στήριξη από τη γηγενή νεοφιλελεύθερη διανόηση, προωθεί συστηματικά τη ριζική αποδιάρθρωση του δημόσιου τομέα Υγείας.

Με την ίδρυση της Εταιρείας Συστήματος Αμοιβών Νοσοκομείων Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΣΑΝ Α.Ε.) επιτυγχάνονται δύο στρατηγικής σημασίας στόχοι:

1. Η ιδεολογική και θεσμική επιβολή των μηχανισμών και κανόνων της αγοράς στη διαχείριση και χρηματοδότηση των υπηρεσιών Υγείας ασχέτως ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Με άλλα λόγια, θα χρηματοδοτούνται οι υπηρεσίες που έχουν αποδοτικότητα, δηλαδή εντατικοποιημένο κύκλο εργασιών, λειτουργικά τμήματα και κλινικές, άρα επαρκές προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή, και βέβαια αποδίδουν κέρδος. Αρα οι υπηρεσίες που υποχρηματοδοτούνται, είναι υποστελεχωμένες και έχουν λειτουργικές ανεπάρκειες, προφανώς δεν είναι αποδοτικές…

2. Η επίσημη ανακήρυξη του ιδιωτικού τομέα ως διαχειριστή των δημόσιων πόρων για τις υπηρεσίες Υγείας, εφόσον θα καθορίζει με τους κρατικούς υποτελείς του τις δημόσιες ή ιδιωτικές υπηρεσίες στις οποίες θα κατανέμονται οι πόροι αυτοί. Με άλλα λόγια πρόκειται για επίταξη των δημόσιων πόρων και υπηρεσιών από τον ιδιωτικό – κερδοσκοπικό τομέα.

Τελικός στόχος είναι η καθιέρωση δύο επιμέρους συστημάτων. Ενός εύρωστου ιδιωτικού τομέα που θα αναπτύξει κερδοφόρες υπηρεσίες – με τη βοήθεια των δημόσιων πόρων – ώστε να προσελκύσει ασφαλισμένους και εύπορους πελάτες, και ένα διαλυμένο δημόσιο τομέα – φτωχοκομείο, με συνεχή υποχρηματοδότηση και υποστελέχωση – που θα προσφέρει ένα «ελάχιστο πακέτο» κακής ποιότητας και περιορισμένες υπηρεσίες στους ανασφάλιστους και άπορους.

Η ίδια πολιτική, που αφού καταλήστεψε, οδήγησε στη χρεοκοπία τα δημόσια ασφαλιστικά ταμεία, και οδηγεί σε πλήρη αποδιάρθρωση τις δημόσιες υπηρεσίες Υγείας, βρίσκεται πολύ κοντά στην ολοκληρωτική επίτευξη των στόχων της. Την πλήρη δηλαδή ιδιωτικοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών Υγείας με εκτίναξη του κύκλου εργασιών (πάντα με δημόσια χρηματοδότηση) και το άνοιγμα της αγοράς ιδιωτικής ασφάλισης Υγείας, η οποία έχει ήδη αρχίσει μια συνεχώς διευρυνόμενη και ιδιαίτερα επιθετική διαφημιστική εκστρατεία και όπως ανακοινώθηκε πρόσφατα παρουσιάζει την τελευταία διετία αύξηση των πελατών της μέχρι και 150%.

Ητελευταία «τσεκουριά» του Βορίδη ήταν ενάντια στις προληπτικές εξετάσεις. Πώς είναι όμως δυνατόν ο ακροδεξιός και φανατικά νεοφιλελεύθερος υπουργός να κόβει τώρα τα πάρτι της τεχνητής ζήτησης διαγνωστικών υπηρεσιών, ενώ πριν από λίγο καιρό το ίδιο υπουργείο συνέβαλε αποφασιστικά στον πολλαπλασιασμό των κερδών τους με την ακύρωση του πλαφόν υπηρεσιών ανά επιχείρηση;

Η κίνηση αυτή αποκαλύπτει ότι βρισκόμαστε ήδη στη νέα φάση σχεδιασμού των ιδιωτικών υπηρεσιών. Μετά τη διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών, και όταν απομυζηθούν και οι υπόλοιποι δημόσιοι πόροι από τον ιδιωτικό τομέα, θα αναδειχθεί με μονοπωλιακούς επιτέλους όρους το μεγαλείο (και ο κυνισμός) της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας και αποδοτικότητας. Οι καλύτεροι πελάτες των επιχειρήσεων Υγείας θα είναι οι νέοι και πλούσιοι που ενώ δεν έχουν ιδιαίτερες ανάγκες φροντίδας Υγείας (νοσηλείες, φάρμακα, κ.λπ.) αποτελούν την ομάδα στόχο για την εμπέδωση της life style ιδεολογίας.

Η ομάδα αυτή γίνεται εύκολη λεία της προπαγάνδας για τη δήθεν αναγκαιότητα «προληπτικών» και ακριβών εξετάσεων και εφαρμογών της βιοϊατρικής τεχνολογίας. Αντίθετα οι ηλικιωμένοι και τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, που εκτίθενται σε πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου (εργασία, κακή διατροφή, στέγη κ.λπ.)κι έχουν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν διάφορα νοσήματα και επομένως αυτοί έχουν και τις μεγαλύτερες ανάγκες συμμετοχής σε προληπτικές διαδικασίες, τώρα αποκλείονται.

Τελικά θα έχουμε ταυτόχρονα υπερβολική ζήτηση κερδοφόρων προληπτικών (κυρίως διαγνωστικών) δοκιμασιών για τους πλούσιους, νέους και υγιείς και μεγάλους οικονομικούς φραγμούς στους φτωχούς, ηλικιωμένους και άρρωστους. Αυτή η κατάσταση, εδώ και χρόνια είναι η παγιωμένη πραγματικότητα στις ΗΠΑ και ονομάστηκε εύστοχα από το σπουδαίο γιατρό διανοητή Julian Tudor Hart ως παροχή υπηρεσιών αντιστρόφως ανάλογη με τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων.

Οι εξελίξεις αυτές δεν είναι βέβαια ντόπια καινοτομία. Υπό την αιγίδα της ευρωπαϊκής επιτροπής αντίστοιχα μέτρα εισάγονται σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Ηδη έχουν δημιουργηθεί ιδιωτικοί πολυεθνικοί κολοσσοί στις υπηρεσίες αποκατάστασης, τεχνητών νεφρών στη Γερμανία και τη Γαλλία, ενώ ακόμη και η περίφημη Εθνική Υπηρεσία Υγείας της Βρετανίας διαλύεται σταδιακά και τμήματα της πωλούνται σε τιμή ευκαιρίας σε αμερικάνικες πολυεθνικές.

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μια στρατηγικής σημασίας νίκη των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στην Ευρώπη. Στη θέση του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας, το οποίο αναπτύχθηκε με όλες τις ανωμαλίες μιας επιλογής που είχε στόχο την καπιταλιστική ανάπτυξη, εγκαθιδρύεται με τρομερούς ρυθμούς ανάπτυξης ένα κυνικό σύστημα κερδοφορίας στο πλαίσιο ενός πρωτόγονου καπιταλισμού. Η πορεία αυτή θα ξεπεράσει κάθε επιστημονική φαντασία εφόσον προχωρήσει το σύμφωνο Διατλαντικής Εταιρικής Σχέσης Εμπορίου και Επενδύσεων (TTIP) με βάση το οποίο θα παραμερίζονται οι κανονιστικές ρυθμίσεις των χωρών υπέρ των κανόνων και στόχων των πολυεθνικών εταιρειών.

Η στοχευμένη ολοκληρωτική διάλυση των θεσμών, υπηρεσιών και λειτουργιών Δημόσιας Υγείας δεν θα αργήσει να φέρει τις ευρωπαϊκές χώρες στη θέση των χωρών που πλήττονται αυτήν την περίοδο από την επιδημία του ιού Εμπολα. Γιατί η καταστροφή και ο θάνατος δεν προκαλούνται από αυτόν καθαυτό τον ιό αλλά από τον άγριο καπιταλισμό στον οποίο έχουν καταδικαστεί αυτές οι χώρες. Η Λιβερία, η Γουινέα και η Σιέρα Λεόνε, όπου έχουν καταγραφεί τα περισσότερα κρούσματα, δεν επέλεξαν να μην έχουν δημόσιες υπηρεσίες Υγείας. Από την αθλιότητα της αποικιοκρατίας παραδόθηκαν στις πολιτικές της Παγκόσμιας Τράπεζας, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.

Με όραμα τον παράδεισο ιδιωτικών επενδύσεων επιλέχθηκαν ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές (οι ίδιες που εφαρμόζονται σήμερα εδώ) που διέλυσαν την τοπική κοινωνία και οικονομία και ώθησαν στην πείνα, την ανέχεια και την αρρώστια την πλειονότητα του πληθυσμού τους. Ο ιός Εμπολα δεν συνάντησε μεγάλες αντιστάσεις στη διασπορά του. Αυτό ίσως είναι και το όραμα του κ. Βορίδη, ο οποίος, σε απόλυτη συμφωνία και με τους προκατόχους του Α. Γεωργιάδη και Α. Λοβέρδο, όταν θα μετράμε θύματα από αντίστοιχες «επιδημίες» θα σηκώσει το τσεκούρι της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.

Για να μη ζήσουμε αυτή τη βαρβαρότητα δεν υπάρχουν ευτυχώς ή δυστυχώς πολλές λύσεις. Η μόνη ρεαλιστική πρόταση είναι να παλέψουμε για την ανατροπή αυτών των πολιτικών, να πιστέψουμε στην ουτοπία και το όραμα για μια νέα ανθρώπινη κοινωνία η οποία να έχει ως κεντρικό σκοπό την απάντηση στις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού και όχι την κερδοσκοπία.
  
* Διδάσκει Κοινωνική Ιατρική, Πολική Υγείας και Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας στο ΑΠΘ

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Τι συμβαίνει στην ελληνική Δεξιά;

Τι συμβαίνει στην ελληνική Δεξιά;

Χριστόφορος Βερναρδάκης
*Γραμμένο πριν 6 μήνες περίπου μήνες, τον Απρίλιο του '14, το κείμενο αυτό επιχειρεί μια εκτίμηση της σημερινής ελληνικής δεξιάς. Το ξαναθυμίζω επ'ευκαιρία των 40 χρόνων της ΝΔ που "γιόρτασαν" οι μουρούτηδες....

Οι εκλογές του 2012 έφεραν στην επιφάνεια τη βαθιά κρίση της ελληνικής δεξιάς (και ευρύτερα της κεντροδεξιάς), έκφραση της οποίας αποτέλεσε η πληθώρα των κομμάτων που εκτέθηκαν στις εκλογές (ΝΔ, ΑΝΕΛ, ΛΑΟΣ, ΔΡΑΣΗ, Δημοκρατική Συμμαχία, ΧΑ, Δημιουργία Ξανά). Η πρωτοφανής αυτή έκρηξη της κρίσης είχε ως αφορμή το Μνημόνιο και τις πολιτικές  βαθύτατης αναδιάρθρωσης που υλοποιούσε, θεμελιωνόταν ωστόσο στις έντονες ιδεολογικές αποκλίσεις που ξεσπούσαν μέσα στο περιβάλλον της τεράστιας κοινωνικής κρίσης.

Μια σύντομη υπενθύμιση: Η μεταπολιτευτική ΝΔ υπήρξε ένα ισχυρό, ενιαίο κόμμα, που στην πραγματικότητα ισοδυναμούσε και εξέφραζε συνθετικά όλη την παράδοση της δεξιάς παράταξης στην Ελλάδα, από τα πιο (ακρο)δεξιά έως τα πιο φιλελελεύθερα και κεντρογενή στοιχεία. Η κομματική αυτή «πολυπολιτισμικότητα» συγκροτούνταν και λειτουργούσε πάντα υπό μια συγκεκριμένη κάθε φορά «ηγεμονία». Στην πρώτη περίοδο της ΝΔ θα δει κανείς την ηγεμονία του πολιτικού φιλελευθερισμού και της πολιτικής του «κράτους-ρυθμιστή» των ενδοαστικών αντιθέσεων. Η περίοδος εκείνη ονομάστηκε πετυχημένα «περίοδος του αστικού εκσυγχρονισμού». Στη δεύτερη περίοδο (την «μητσοτακική») μπορεί κανείς να δει τη μετατόπιση του κέντρου βάρους στον οικονομικό νεοφιλελευθερισμό, με παράλληλη όμως διατήρηση των βασικών χαρακτηριστικών του  πολιτικο-ιδεολογικού φιλελευθερισμού, που δεν αμφισβήτηκαν. Στην τρίτη μεγάλη περίοδο του κόμματος, την περίοδο του «μεσαίου χώρου» του νεότερου Καραμανλή, μπορεί κανείς να δει κανείς να παρατηρήσει μια ισορροπία μεταξύ ενός μετριοπαθούς νεοφιλελευθερισμού και ενός εξίσου μετριοπαθούς πολιτικού φιλελευθερισμού. Και οι τρεις περίοδοι της ΝΔ έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: θεωρούν το «κόμμα» πολιτικό και ιδεολογικό εργαλείο διαμόρφωσης και επέκτασης της πολιτικής ηγεμονίας, γι’αυτό το λόγο λειτουργούν ως κόμματα»μαζικά» και «διευρυμένα».

Η μορφή αυτή κόμματος διακόπτεται από την σημερινή ηγεσία της ΝΔ, η οποία χαρακτηρίζεται από ιδεολογικό παραταξιακό δογματισμό, με έντονα εθνικιστικά και συντηρητικά  χαρακτηριστικά. Το περιορισμένο ιδεολογικό εύρος της νέας ηγεσίας τέμνει την παράδοση των προηγούμενων φάσεων του κόμματος. Το «ηγεμονικό» κόμμα αποσυντίθεται. Η συγχώνευση που επιχειρεί, δηλαδή ένας ακραίος «μνημονιακός» νεοφιλελευθερισμός με σκληρή, ταυτόχρονα, αυταρχική πολιτική και θεσμική στροφή, ρευστοποιεί το παλαι-ποτέ ισχυρό κόμμα. Κοινωνικές δυνάμεις και ιδεολογικές τάσεις αυτονομούνται, τόσο προς τα «δεξιά» όσο και προς το «κέντρο», το δε εναπομείναν κόμμα συρρικνώνεται δραματικά.  

Την ίδια στιγμή οι συμμαχικές πολιτικές εφεδρείες σχεδόν εξαφανίζονται. Η ΔΗΜΑΡ, αναλώσιμος οργανισμός, εξάντλησε τον ιστορικό της ρόλο ως κόμμα-στήριγμα του καταρρέοντος συγκροτήματος εξουσίας. Το ΠΑΣΟΚ, ο κρίσιμος «πυλώνας» της οικονομικο-πολιτικής διαπλοκής στην Ελλάδα, βιώνει τις τελευταίες ημέρες του, έχοντας και αυτός αναλώσει όλο το πολιτικό και ιστορικό του κεφάλαιο. Προσπάθειες δημιουργίας «κεντρογενών» κομμάτων ή κινήσεων αποδεικνύονται είτε θνησιγενείς (όπως οι «58»), είτε οριακής δυναμικής, την οποίαν άλλωστε ανακυκλώνουν από τους υφιστάμενους χώρους (ΔΗΜΑΡ, ΠΑΣΟΚ, Δράση, κλπ). 

Το «κόμμα Σαμαρά» δεν έχει επομένως άλλο δρόμο από το να στραφεί σε μια συμμαχία με την άκρα δεξιά. Στην στρατηγική αυτή κατεύθυνση απαιτούνται δύο κινήσεις, τις οποίες και έχει θέσει ήδη σε εφαρμογή.

 Η πρώτη κίνηση είναι η δημιουργία μιας καθεστωτικής Ελιάς, στην οποία θα συμμετάσχει η εναπομείνασα ΝΔ, το εναπομείναν νεοφιλελεύθερο ΠΑΣΟΚ (Βενιζέλος, Λοβέρδος, Χρυσοχοίδης, κλπ) και συστημικές πρώην «αριστερές» προσωπικότητες, τύπου Μπίστη, Ψαριανού, κοκ. 

Η δεύτερη και σημαντικότερη είναι να υποβοηθήσει τη δημιουργία μιας «σοβαρής Χρυσής Αυγής». Η δεύτερη αυτή κίνηση υπαγορεύεται από ένα προφανή «ρεαλισμό». Η ακροδεξιά εθνικιστική και νεο-φασιστική δυναμική έχει ήδη εκτυλιχτεί και είναι πλέον αδύνατον να επανενσωματωθεί σε μια «μεγάλη κεντροδεξιά ΝΔ», όπως στην προ-μνημονίου εποχή. Η ακροδεξιά έχει αυτονομηθεί, τόσο ως εκλογικό σώμα όσο και ως ιδεολογικό ρεύμα. Ωστόσο, η εκπροσώπησή της από τις συμμορίες της ΧΑ δημιουργεί εμφανές πρόβλημα σε μια συνεργασία μαζί της. Κυρίως μάλιστα σε διεθνές επίπεδο. Η στρατηγική της «σοβαρής ΧΑ» δίνει μια θετική διέξοδο στο πρόβλημα. Η αποκοπή του ρεύματος από την πολιτική ηγεσία του είναι αναγκαία. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο το γεγονός ότι η «δεξαμενή» πολιτικών και άλλων κοινωνικών στελεχών ακροδεξιάς αντίληψης που δεν βρίσκονται ενταγμένα ούτε στη σημερινή ΝΔ ούτε στην ΧΑ όλο και μεγαλώνει: Μπαλτάκος, Κρανιδιώτης, Μαντούβαλος, Ψωμιάδης, Τράγκας, Μαρινάκης, Καρατζαφέρης, και πολλοί άλλοι. Είναι η «δεξαμενή» στελεχών της «σοβαρής ΧΑ», ενός πολιτικού μορφώματος δηλαδή που θα βρεί ένα μεγάλο και έτοιμο εκλογικό-κοινωνικό ακροατήριο, το οποίο όμως θα επιχειρήσει να το εντάξει οργανικά στο άρχον συγκρότημα εξουσίας.

Είναι απολύτως προφανές ότι η αριστερά, αν δεν θέλει να βρεθεί μπροστά σε τρομακτικές εκπλήξεις, θα πρέπει να εντάξει στη στρατηγική της τον τρόπο που μπορεί να ακυρώσει τη διαφαινόμενη δεξιά πολιτική αναγεωγράφηση και, βεβαίως, να βρει τους δικούς της «συμμάχους» μέσα στη γενικευμένη αυτή κρίση πολιτικής εκπροσώπησης.

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

ΒΑΡΥ ΤΟ ΚΛΙΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΑΜΑΡΑ

ΒΑΡΥ ΤΟ ΚΛΙΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΑΜΑΡΑ



Γ. ΔΕΛΑΣΤΙΚ
Πρέπει να είναι πολιτικά ηλίθιοι αυτοί στο Μέγαρο Μαξίμου, αν πραγματικά νόμιζαν ότι θα μπορούσε ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς , ταξιδεύοντας στο Βερολίνο, να αποσπάσει τη συναίνεση της Μέρκελ για χαλάρωση των μέτρων λιτότητας στην Ελλάδα, τη στιγμή ακριβώς που η Γερμανία καταρτίζει τον πρώτο ισοσκελισμένο προϋπολογισμό της ύστερα από… 45(!) χρόνια, από το 1969. Φυσικά, αυτού του είδους η πολιτική ηλιθιότητα καθόλου δεν περιορίζεται στην Ελλάδα. Μια ακριβώς ημέρα πριν από τον Σαμαρά πήγε στηνκαγκελαρία με ακόμη πιο προκλητικά αιτήματα ο γάλλος πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλς, ο οποίος έγινε πανευρωπαϊκά ρεζίλι από τις «σφαλιάρες» και τις «κατραπακιές» άρνησης που έφαγε από τους Γερμανούς!
Δεν ξέρουμε βέβαια αν αυτό παρηγορεί τον Αντώνη Σαμαρά και τον Βαγγέλη Βενιζέλο, αλλά πολύ αμφιβάλλουμε. Μπορεί στην Ευρώπη να μην τους κρέμασαν κουδούνια, γιατί όλοι ασχολούνται με το διασυρμό της Γαλλίας, αλλά υποθέτουμε ότι τους προέδρους της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ τους απασχολεί περισσότερο η ραγδαία επιδείνωση του πολιτικού κλίματος για την κυβέρνηση, μετά και την αποτυχία της επίσκεψης του πρωθυπουργού στη Γερμανία. Το γεγονός ότι ο Σαμαράς γύρισε από το Βερολίνο με άδεια χέρια, χωρίς να μπορεί να ισχυριστεί στον ελληνικό λαό ότι έστω και τώρα είναι σε θέση να προβεί σε κάποια φοροελάφρυνση ή να πάρει κάποιο υποτυπώδες φιλολαϊκό μέτρο απογοήτευσε φυσικά τον κοσμάκη που τον πιστεύει, καταβαραθρώνοντας τις πιθανότητες νίκης της ΝΔ στις βουλευτικές εκλογές. Το χειρότερο όμως είναι ότι τα τελευταία γεγονότα και οι επιπτώσεις τους σε ό,τι αφορά τη δημοτικότητα της κυβέρνησης προβληματίζουν πολύ σοβαρά τους Γερμανούς όσο και το οικονομικό κατεστημένο της χώρας μας αναφορικά με τη δυνατότητα επιβίωσης της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι εξετάζουν κατά πόσο πρέπει να συνεχίσουν να στηρίζουν την κυβέρνηση ή, αντιθέτως, αν πρέπει να δρομολογήσουν τις διαδικασίες της ανατροπής της.
Όλοι πάντως οι ισχυροί παράγοντες προεξοφλούν την ήττα της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ στις βουλευτικές εκλογές. Τις τελευταίες μάλιστα μέρες ελάχιστοι είναι εκείνοι που πιστεύουν ακόμη ότι δεν θα έχουμε πρόωρες βουλευτικές εκλογές το αργότερο τον Μάρτιο. Αναπτύσσεται δε η θεωρία ότι τουλάχιστον αν γίνουν εκλογές τον Νοέμβριο η ήττα της ΝΔ θα είναι περιορισμένη σε 3-4 εκατοστιαίες μονάδες υστέρηση από τον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ αν γίνουν τον Μάρτιο η διαφορά θα είναι υπερδιπλάσια! Ανεξαρτήτως αν είναι ορθή ή όχι η εκτίμηση αυτή, το πρόβλημα με τον Σαμαρά είναι πως κινδυνεύει σοβαρότατα να μπει σε πολιτική τροχιά ανάλογη με εκείνη του Κώστα Σημίτη στα τέλη του 2003 – αρχές του 2004. Τότε δηλαδή που στα μέσα Δεκεμβρίου του 2003 τα Νέαδημοσίευσαν δημοσκόπηση που τον έδειχνε με τεράστια διαφορά «καταλληλότερο» πρωθυπουργό και σε είκοσι μέρες είχε… καθαιρεθεί από αρχηγός του ΠΑΣΟΚ και είχε αντικατασταθεί από τονΓιωργάκη! Ο λόγος ήταν απλούστατος: Πέντε μυστικές δημοσκοπήσεις (εκ των οποίων οι τρείς από γαλλικές εταιρίες) έδειχναν ότι με τον Σημίτη αρχηγό, το ΠΑΣΟΚ θα έχανε τις εκλογές με… 10 ως 15(!) μονάδες διαφορά. Τον καθαίρεσαν και όντως ο Γιωργάκης έχασε τις βουλευτικές εκλογές με μόνο 5 μονάδες διαφορά από τον Κώστα Καραμανλή. Τον Σημίτη δεν τον καθαίρεσε το ΠΑΣΟΚ. Τον καθαίρεσαν οι οικονομικοί παράγοντες που τον στήριζαν και εκτιμούσαν την πολιτική του, υπακούοντες με επιχειρηματικό ρεαλισμό στην αδήριτη ανάγκη των γεγονότων. Θα ήταν ανόητοι να πάνε με τον χαμένο!
Δεν γνωρίζουμε αν ο Σαμαράς θα έχει την ίδια τύχη με τον Κ. Σημίτη. Είναι ακόμη νωρίς για οποιαδήποτε εκτίμηση, αλλά τα χρονικά περιθώρια στενεύουν γρήγορα – πόσο μάλλον που ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ προκαλούν όλο και λιγότερο φόβο στην οικονομική ελίτ ότι προτίθενται να κινηθούν εκτός συστήματος. Πληθαίνουν παράλληλα οι ενδείξεις ότι ισχυροί παράγοντες της ολιγαρχίας, οι οποίοι θίγονται από πτυχές της πολιτικής της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου, είναι έτοιμοι να στηρίξουν την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και κάνουν σοβαρές κινήσεις προς την κατεύθυνση αυτή. Προσωπικά δεν νομίζουμε ότι η οικονομική ελίτ θα υποχρεώσει την κυβέρνηση να κάνει εκλογές τον Νοέμβριο. Δεν έχει διαμορφωθεί πλειοψηφία στους κόλπους της μεγάλης αστικής τάξης υπέρ της άποψης αυτής κι έτσι κι αλλιώς η διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας θα αρχίσει τρεις μήνες αργότερα. Δεν πιέζεται από κάποιο γεγονός, ούτε καν από λαϊκές κινητοποιήσεις. Γιατί επομένως να βιάσει τα πράγματα; Τρείς μήνες υπομονή δεν είναι δα και τίποτα. Αν μάλιστα ο λαός συνεχίσει να παρακολουθεί τις εξελίξεις από τον καναπέ, όσο απελπισμένη κι αν είναι, η ενσωμάτωση του ΣΥΡΙΖΑ στο σύστημα θα προσλάβει ρυθμούς που θα υπερβαίνουν κατά πολύ τις όποιες προθέσεις του συνόλου ή κάποιου μέρους της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι κι αλλιώς βρισκόμαστε σε φάση ανατροπών εκ βάθρων στο κομματικό σκηνικό. Σε μερικούς μήνες τίποτα δεν θα είναι όπως σήμερα, το οποίο σήμερα εξάλλου ήδη σε τίποτα δεν θυμίζει τους κομματικούς συσχετισμούς πριν από τέσσερα-πέντε χρόνια.
Μαζί με τα κόμματα και τις ιδεολογίες τους όμως κατέρρευσαν και οι λαϊκές αντιδράσεις εναντίον όσων τους κυβερνούσαν, έχοντας προδώσει όλα όσα υποσχέθηκαν. Οι διαδηλωτές που κατά εκατοντάδες χιλιάδες ξεχύνονταν στους δρόμους μετά τις εκλογές του 2012 τώρα έχουν αράξει στους καναπέδες και περιμένουν την εξ ύψους βοήθεια και σωτηρία, δηλώνοντας βαθιά απογοητευμένοι και βυθισμένοι στο τέλμα της απραξίας και της αμάθειας. Αν η Αριστερά δεν μπορέσει να αλλάξει γρήγορα και ριζικά αυτή την κατάσταση, το μέλλον όλων μας είναι ζοφερό.

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΑΜΑΡΑΣ: ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΚΟΤΟΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ, ΜΙΑ ΓΚΡΙΖΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

ΣΑΜΑΡΑΣ: ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΚΟΤΟΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ, ΜΙΑ ΓΚΡΙΖΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Του ΣΩΤΗΡΗ ΣΙΔΕΡΗ
Ο Αντώνης Σαμαράς, είναι ο πρώτος πρωθυπουργός στην σύγχρονη ιστορία της χώρας που δεν έχει πραγματοποιήσει επίσημη επίσκεψη στην Κύπρο, επειδή απλά δεν θέλει, προκαλώντας άπειρα επικριτικά σχόλια από τους διπλωμάτες και πολλούς ψιθύρους στην Λευκωσία. Είναι επίσης, ο πρώτος πρωθυπουργός που αισθάνεται άβολα με τις δημοκρατικές και κοινοβουλευτικές διαδικασίες, αντιπαθεί την συλλογικότητα καθώς σπανίως συνεδριάζουν τα κομματικά και κυβερνητικά όργανα, είναι δηλαδή ένας πρωθυπουργός , περιχαρακωμένος στο Μέγαρο Μαξίμου , μακριά από την κοινωνία και τους θεσμούς.
Επί των ημερών του και με δικές του αποφάσεις η δημοκρατία υποβαθμίστηκε, έχει κατηγορηθεί ότι είναι ακροδεξιός και συνεχίζει να φλερτάρει με τον αυταρχισμό. Από το 1991 του αποδόθηκε ο χαρακτηρισμός του πατριώτη πολιτικού με γνώση και ευαισθησία για τα εθνικά θέματα, αλλά η πρωθυπουργική  του θητεία αποδεικνύει ότι αναδιπλώνεται εύκολα, ότι δεν έχει γνώσεις και πολιτική κουλτούρα, ότι είναι χειραγωγημένος από συμφέροντα. 
Τίποτα όμως δεν είναι τυχαίο. Το κενό στην θεσμική λειτουργία του πρωθυπουργού το καλύπτουν υποτίθεται οι συνεργάτες του, ο κ. Χρύσανθος Λαζαρίδης, ο κ. Δημήτρης Σταμάτης. Ιδιαίτερα ο πρώτος εμφανίζεται το τελευταίο διάστημα να παρακάμπτει υπουργούς, όπως  έγινε με τη συμμετοχή του στη συνάντηση με την Τρόικα στο Παρίσι, διπλωμάτες, προκαλώντας την παραίτησηΖωγράφου, φημολογείται ότι κατευθύνει υπουργούς , λίγο πολύ ότι έχει καθοριστικό λόγο στην διακυβέρνηση της χώρας , παρά το γεγονός ότι του καταλογίζουν ρηχότητα στην σκέψη,  έλλειψη γνώσεων και πολιτικής συγκρότησης και απλά ως «αντ’  αυτού» αδιαφορεί για το τι λένε γύρω του.
Ο κ. Σαμαράς όχι μόνο αδιαφορεί που ο στενός συνεργάτης του Παπασταύρου είναι στην λίστα Λαγκάρντ , αντίθετα τον θεωρεί αναντικατάστατο στο Μέγαρο Μαξίμου. Το ΣΔΟΕ δεν φαίνεται να έχει ελέγξει τον λόγο της εμπλοκής του κ. Παπασταύρου σε καταθέσεις στην Ελβετία . Φυσικά το τι λέει ο ίδιος , ότι δηλαδή εκπροσωπούσε κάποιους , θα έπρεπε να είναι εντελώς αδιάφορο  για μια κρατική υπηρεσία. Ο κ. Παπασταύρου θα συνεχίσει προφανώς να είναι στο πλάι του πρωθυπουργού, μέχρις εσχάτων…
Ο κ. Σαμαράς ήταν αντιμνημονιακός. Ήταν λαύρος κατά της πολιτικής λιτότητας, τον ρόλο των ξένων , είχε άποψη και σχέδιο για τη χώρα, την ανεξαρτησία της , την ανάπτυξη. Μόλις όμως πήγε για πρώτη φορά ως πρωθυπουργός στο Βερολίνο «εξομολογήθηκε» στην Μέρκελ τις αμαρτίες του και , πράγμα πρωτοφανές για πρωθυπουργό δήλωσε το αμίμητο «ουδείς αναμάρτητος» ζητώντας  ουσιαστικά συγχώρεση για τις κορώνες κατά του Μνημονίου. Δεν πήγε όμως  στη βουλή για να κάνει τέτοια δήλωση μετάνοιας ζητώντας μια τυπική συγγνώμη από την ελληνικό λαό. Είναι σίγουρο ότι οι ιστορικοί του επιφυλάσσουν αρκετές δυσάρεστες σελίδες για τη στάση του αυτή.
Ο κ. Σαμαράς έχει καταργήσει στην πράξη μια δημοκρατική κοινοβουλευτική κατάκτηση την«ώρα του Πρωθυπουργού» που υπάρχει σε όλα τα κοινοβουλευτικά καθεστώτα και υποχρεώνει τον εκάστοτε αρχηγό της κυβέρνησης να προσέρχεται στο κοινοβούλιο και να απαντά σε ερωτήσεις. Ο λόγος που δεν πηγαίνει φυσικά δεν εξηγήθηκε ποτέ. Απλά δεν θέλει και εξηγήσεις δεν χρωστά σε κανέναν.
Ο πρωθυπουργός δεν θέλει προ ημερησίας διατάξεως συζητήσεις στη βουλή. Έτσι κρίνει, έτσι αποφασίζει και τέτοιες συζητήσεις δεν γίνονται. Το υπουργικό συμβούλιο δεν συνεδριάζει επειδή  ο κ. Σαμαράς δεν θέλει .
Δεν υπάρχει ούτε μία ομιλία, ούτε μία συνεδρίαση κυβερνητικών οργάνων , ούτε της βουλής που να  αφιερωθεί στην εξωτερική πολιτική στα μεγάλα προβλήματα που απειλούν την ειρήνη, την σταθερότητα που απορρυθμίζουν τις διεθνείς σχέσεις . Η Ελλάδα, χώρα με πολλά ανοιχτά μέτωπα θα έπρεπε να βρίσκεται σε διαρκή πολιτική και διπλωματική εγρήγορση προκειμένου να αναβαθμίσει την γεωπολιτική της θέση, να διασφαλίσει τα εθνικά της συμφέροντα, να γίνει «παίκτης» να θέσει έτσι με καλύτερες προϋποθέσεις το πρόβλημα του χρέους, της ανάπτυξης και των διεθνών σχέσεών της. Ήταν ο ίδιος ο κ. Σαμαράς που το 2012 δεσμεύθηκε για την ανακήρυξη της ΑΟΖ και δεν θεώρησε ποτέ σκόπιμο να ενημερώσει κανέναν γιατί αναδιπλώθηκε . Ο κ. Σαμαράς δεν δίνει ποτέ εξηγήσεις για τίποτα και σε κανέναν.
Τίποτα από όλα αυτά δεν συμβαίνει γιατί ο πρωθυπουργός δεν θέλει να συζητά τέτοια θέματα, δεν θέλει να τον απασχολούν με γεωπολιτικά προβλήματα. Βλέπετε όλη του η προσοχή είναι πότε θα συναντήσει και τι θα πει στους υπαλλήλους της Τρόικας, πως θα κλείσει τη βουλή για μήνες, πως θα παραπλανήσει τον ελληνικό λαό  εμφανίζοντας αλλόκοτα μια εθνική καταστροφή ως ελπίδα .
Η ήττα στις ευρωεκλογές δεν τον πτόησε . Συνεχίζει την ίδια πολιτική, τα ίδια ψεύδη για την Τρόικα, το χρέος, την ανάπτυξη, την ανεργία .
Ο κ. Σαμαράς αποδεικνύεται μια ιδιάζουσα περίπτωση στην πολιτική ιστορία της χώρας. Με ομιλίες που δεν έχουν κανένα πολιτικό, κοινωνικό, πνευματικό ενδιαφέρον. Με συμπεριφορά πελάτη καφενείου ισχυρίζεται  ότι αν ο ίδιος δεν είναι πρωθυπουργός και έρθει ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα μείνει  ούτε ευρώ στις τράπεζες, ο κ. Σαμαράς οδεύει προς το πολιτικό του τέρμα έχοντας πίσω του μια γκρίζα διακυβέρνηση.
Ο κ. Σαμαράς θα δώσει την τελευταία του μάχη στις εκλογές, όποτε και αν γίνουν, με ένα λεξιλόγιο και μια νοοτροπία που δεν αρμόζει στο αξίωμά του. Γι αυτό και η τελευταία του μάχη θα έχει όλα τα γνωρίσματα μιας μάχης χωρίς κανόνες, χωρίς όρους, χωρίς αρετές.
Και θα μείνει στην ιστορία, όχι μόνο για όση οδύνη έχει προκαλέσει με τις πολιτικές του αποφάσεις, όχι μόνο για την καταρράκωση των θεσμών,  όχι μόνο για τα ψεύδη του, όχι μόνο για την ακροδεξιά του κουλτούρα, αλλά και για όσα δεν έκανε και θα πληγώνουν τον ελληνικό λαό για πολλά χρόνια.

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

Tο επικείμενο Συνέδριο της ΔΗΜΑΡ και μια συμβουλή προς τον Φώτη Κουβέλη.

Tο επικείμενο Συνέδριο της ΔΗΜΑΡ και μια συμβουλή προς τον Φώτη Κουβέλη.



Tου Χριστόφορου Βερναρδάκη

Η ΔΗΜΑΡ διασπάται από τον ενιαίο ΣΥΝ το 2010, ασκώντας κριτική στην πλειοψηφούσα τότε επιλογή του «ΣΥΡΙΖΑ». Είναι μια διάσπαση «από τα δεξιά». Ωστόσο δεν παύει αντικειμενικά να είναι ένα κόμμα της «Αριστεράς», δηλαδή στην κύρια διαιρετική τομή Αριστερά / Δεξιά του κομματικού συστήματος να τοποθετείται στην πλευρά της «Αριστεράς». Μιας «Αριστεράς» μεταρρυθμιστικής («ρεφορμιστικής» θα λέγαμε παλιά), «υπεύθυνης», «μετριοπαθούς», «ενδοτικής», βάλτε ό,τι θετικό ή αρνητικό χαρακτηρισμό θέλετε, αλλά πάντως «Αριστεράς». Με την τοποθέτηση αυτή, και με τη συρρίκνωση του ΠΑΣΟΚ την ίδια εποχή, άρχισε να καταλαμβάνει ένα αξιόλογο και ζωτικό χώρο στο κομματικό σύστημα, γεγονός που αποτυπώθηκε στο 7% των δύο εκλογών του 2012.
Και έπειτα ήρθε η κρίση. Η ΔΗΜΑΡ γίνεται ο τρίτος πόλος της συγκυβέρνησης και συμβάλλει σε μια πρώτης τάξεως πολιτικο-θεσμική εκτροπή, δηλαδή την εφαρμογή των μνημονιακών-νεοφιλελεύθερων πολιτικών, τη στιγμή που οι πολιτικές αυτές έχουν καταδικαστεί από το εκλογικό σώμα και έχουν δημιουργήσει τον «πολιτικό σεισμό» της κατάρρευσης του δικομματικού καρτέλ εξουσίας. Η ΔΗΜΑΡ δίνει το «φιλί της ζωής» σε ένα καταρρέον ακραία ταξικό και διεφθαρμένο σύστημα εξουσίας. Συμβάλλει καθοριστικά στη διαιώνιση της πιο σκληρής αντιλαϊκής και αντισυνταγματικής πολιτικής που εφαρμόστηκε μεταπολεμικά σε ολόκληρη την Ευρώπη. Και ανταλλάσσει την επιλογή αυτή υιοθετώντας την πιο χαρακτηριστική πρακτική των «κομμάτων – καρτέλ» (cartel parties) την αναλογική διανομή των κρατικών θέσεων, επομένως και πόρων (θυμηθείτε ανεκδοτολογικά τον Χατζησωκράτη και το περίφημο 5-3-2 στην κατανομή των κρατικών θέσεων που είχε συμφωνήσει η τρικομματική συγκυβέρνηση). Με όλα αυτά διαβαίνει τον Ρουβίκωνα.
Και διαβαίνοντάς τον, έχει προδιαγεγραμμένο τέλος. Εξοβελίζεται από την διαιρετική τομή που διαμορφώνει ιστορικά τα ευρωπαϊκά κομματικά συστήματα, αφού δεν είναι πλέον ούτε «Αριστερά» αλλά ούτε και «Δεξιά». Γι’ αυτό και εφευρίσκει πολιτικούς νεολογισμούς για να αυτοπροσδιοριστεί, όπως «κυβερνώσα Αριστερά» ή «υπεύθυνη Αριστερά», ενώ ταυτόχρονα ανακαλύπτει «νέες» πολιτικές γεωγραφίες, όπως «Κεντροαριστερά», «δημοκρατικός σοσιαλισμός», «σοσιαλδημοκρατία» . Στην πραγματικότητα η ΔΗΜΑΡ μετασχηματίζεται οριστικά σε αυτό που έτεινε εξαρχής: από ένα «ρεφορμιστικό» σε ένα «συστημικό» κόμμα. Έναν οργανικό διανοούμενο του διεφθαρμένου συστήματος, που κύριος ρόλος του είναι να πολεμήσει τον «αριστερισμό», την «ανευθυνότητα», το «λαϊκισμό» του ΣΥΡΙΖΑ, και κατ’επέκτασιν όλης της Αριστεράς, κοινωνικής και πολιτικής.
Η πίεση της εκλογικής και εν μέρει και της κομματικής της βάσης την οδηγεί στο κρίσιμο γι’ αυτήν λάθος: την αποχώρηση από την Κυβέρνηση μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ. Εκεί εκμηδενίζεται ο «δείκτης πολιτικής χρησιμότητας» που (πρέπει να) διαθέτει κάθε πολιτικό κόμμα. Δεν είναι «χρήσιμη» πλέον ούτε στον αριστερό και δημοκρατικό κόσμο, αφού δεν είχε καταφέρει με τη συμμετοχή της να επηρεάσει θετικά (όπως ισχυριζόταν στο δημόσιο λόγο της) έστω και εν μέρει τις ασκούμενες πολιτικές. Δεν είναι χρήσιμη ούτε και στη «δεξιά» και στο μνημονιακό στρατόπεδο, αφού αποτελεί ένα βαρίδι με ασαφείς διαθέσεις και «ιδεολογικά κολλήματα» που απορρέουν από το μακρινό της παρελθόν. Με τη συμμετοχή της στη συγκυβέρνηση του ’12 η ΔΗΜΑΡ «έφυγε» και τυπικά από την «Αριστερά». Με την αποχώρησή της από την Κυβέρνηση το ’13 η ΔΗΜΑΡ «έφυγε» και από τη «Δεξιά». Και το αποτέλεσμα ήταν απολύτως αναμενόμενο και προβλεπόμενο: αιωρούμενη στο κενό στις ευρωεκλογές του 2014 κατέγραψε το περιφανές ποσοστό του 1.2%.
Σήμερα η ΔΗΜΑΡ βαδίζει στο συνέδριό της αποδεκατισμένη. Η μεταρρυθμιστική της τάση αποχώρησε, και για να λέμε την αλήθεια, έχει και κάποιο δίκιο. Η καταστατική συγκρότηση της ΔΗΜΑΡ θεμελιώνεται για την ηγετική ομάδα των Κουβέλη-Λυκούδη, κ.ά, στη διάλυση της ριζοσπαστικής Αριστεράς και στη δικαίωση – επιτέλους! – αυτής της δεξιάς συστημικής αντίληψης του Λεωνίδα Κύρκου και των φίλων του περί μεγάλων αφηγήσεων, μεγάλων υπερβάσεων, μεγάλων συνθέσεων, κοκ. Εκείνης ακριβώς της αφήγησης που ήθελε την Αριστερά επίσημο συνομιλητή του αστικού πολιτικού συστήματος, ακόμα και όταν αυτό περνάει σε αδιανόητες επιθέσεις στα λαϊκά κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα. Και που προϋπέθετε βεβαίως ένα ιδιότυπο κόμμα υπεράνω των πολιτικών και κοινωνικών διαιρέσεων, που μόνο του καθήκον ήταν να αιμοδοτεί το κυρίαρχο σύστημα με στελέχη, διανοούμενους και ιδέες. Ο Λυκούδης έμεινε συνεπής σε αυτό το σχέδιο και στη βασική του ιδέα. Ο Κουβέλης απλώς τα έκανε θάλασσα!
Το πολιτικό μέλλον της ΔΗΜΑΡ είναι προδιαγεγραμμένο. Πολύ απλά δεν υπάρχει. Οι αναφορές του Κουβέλη περί «ολικής επαναφοράς» της ΔΗΜΑΡ στην πολιτική σκηνή είναι μόνο παρηγοριά στον «άρρωστο». Μια σημαντική μερίδα στελεχών της ΔΗΜΑΡ κινείται ευθέως πλέον προς την άθλια συγκυβέρνηση και θα κάνει τα αδύνατα δυνατά να την (εξ)υπηρετήσει. Μια άλλη μεγάλη μερίδα, κυρίως ανθρώπων της βάσης και των μεσαίων στελεχών, θα προσεγγίσει τον ΣΥΡΙΖΑ, κυρίως γιατί είναι άνθρωποι κανονικοί, χωρίς ιδιοτελή συμφέροντα και πολιτικές καριέρες στο νου τους. Η ΔΗΜΑΡ ως μόρφωμα δεν έχει καμία ελπίδα αυτοδύναμης επιβίωσης, ενώ δεν μπορεί να προσβλέπει και σε κάποια (ισότιμη ή και ανισότιμη) συνεργασία με άλλο κόμμα, ακριβώς γιατί δεν κομίζει παρά ένα ελάχιστο 0.3% αυτήν τη στιγμή.
Το μόνο ενδιαφέρον ερώτημα που υπάρχει είναι τι θα κάνει μια μικρή αριθμητικά ηγετική και πολιτική ομάδα πέριξ του Φώτη Κουβέλη. Και πάνω σε αυτό θα ήθελα να εκφράσω μια γνώμη και να διατυπώσω μια καλοπροαίρετη συμβουλή. Όχι τόσο για το δικό τους πολιτικό μέλλον, όσο για τη δική μας, των πολλών αριστερών ανθρώπων, ηθική και ιδεολογική συγκρότηση.
Όταν ηττάται μια πολιτική αντίληψη, μια πολιτική άποψη, τότε καλώς ή κακώς παρασύρεται και η ηγεσία εκείνη που ήταν υπεύθυνη γι” αυτήν την πολιτική. Δεν υπάρχουν ένοχες πολιτικές και αθώες ηγεσίες. Δεν υπάρχουν ηγεσίες και πρόσωπα παντός καιρού. Οι ηγεσίες ταυτίζονται πάντοτε με τις ιδέες, τις πράξεις και τα αποτελέσματα που κατέγραψαν. Επομένως, από αυτήν την άποψη η σημερινή πολιτική ηγεσία της ΔΗΜΑΡ και κυρίως ο Φώτης Κουβέλης έχει μόνον μία έντιμη και καθαρή επιλογή. Τη δημόσια επανατοποθέτηση των επιλογών της μπροστά στην κοινωνία που υποφέρει, στους αριστερούς που αγωνιούν. Ένα προσωπικό και πολιτικό αναστοχασμό για το τι ήθελαν και τι κατάφεραν εντέλει. Μια ζωντανή αυτοκριτική, όχι για να δικαιωθούν κάποιοι «δικαιωμένοι ιεροεξεταστές», αλλά για να λυτρωθούν οι ίδιοι. Και τέλος, μια γενναιότητα σε αυτήν την κρίσιμη ιστορική φάση για τη χώρα, να αποσυρθούν από την ενεργό πολιτική έστω και προσωρινά, καλώντας τον ελληνικό λαό να ψηφίσει την Αριστερά, την όποια Αριστερά, ακόμα και αυτήν που διαφωνούμε! Μόνον έτσι η χειμαζόμενη κοινωνία πιθανώς να δει έστω και την τελευταία στιγμή με διαφορετική ματιά τον Φώτη Κουβέλη και τους φίλους του, και μόνον έτσι αυτοί θα διασώσουν την ηθική τους πειστικότητα απέναντι στον ελληνικό λαό.
Σε αυτήν την υγιή και όχι ανθρωποφαγική πολιτική στάση πρέπει να πιέσουμε όλοι και όλες οι αριστεροί/ες. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να είναι ανοικτός σε όσους και όσες υιοθετούν το πρόγραμμα και τη βασική του πολιτική ιδέα, αλλά με όρους δημόσιας πολιτικής δέσμευσης, με όρους συμπόρευσης, με όρους στράτευσης, με όρους ανακλητότητας. Όχι με όρους παραγοντισμού. Γιατί αλλιώς θα εμπεδώσουμε την ιδέα ότι όλοι ίδιοι είναι και όλοι με τις «κατάλλληλες διαπραγματεύσεις» βρίσκονται πάντα μέσα στο παιχνίδι. Τότε θα έχουμε χάσει από τα αποδυτήρια, όπως λένε και στο ποδόσφαιρο.

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

Μετά 40 έτη, το ΠΑΣΟΚ δεν είναι πια εδώ.

Μετά 40 έτη, το ΠΑΣΟΚ δεν είναι πια εδώ

Συζήτηση για το ΠΑΣΟΚ και τη Μεταπολίτευση

Διάγραμμα1

Ανάλυση
του ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ
Ασκώντας κριτική στη θεωρητική προσέγγιση του R.Michels για τα πολιτικά κόμματα, ο A.Gramsi γράφει στις σημειώσεις του για το Μακιαβέλι ότι: «Μόνον από τον περίπλοκο πίνακα ολόκληρου του κοινωνικού και κρατικού συνόλου (και συχνά επίσης με διεθνείς επεμβάσεις) θα βγει η ιστορία ενός κόμματος και γι’ αυτό μπορεί να πει κανείς ότι γράφω την ιστορία ενός κόμματος δε σημαίνει τίποτε άλλο παρά ότι γράφω τη γενική ιστορία μιας χώρας από μιαν άποψη μονογραφική, για να προβληθεί μια χαρακτηριστική της πλευρά». Και συνεχίζει: «Ένα κόμμα θα έχει μεγαλύτερη ή μικρότερη σημασία και βάρος, στο μέτρο ακριβώς που η ιδιαίτερη δραστηριότητά του θα έχει βαρύνει περισσότερο ή λιγότερο στον καθορισμό της ιστορίας μιας χώρας” (Α.Γκράμσι, Για τον Μακιαβέλι, για την πολιτική και για το σύγχρονο κράτος, εκδ.Ηριδανός, Αθήνα σ.43-44).
Η προηγούμενη παρατήρηση ισχύει ίσως περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο κόμμα της μεταπολίτευσης για το ΠΑΣΟΚ. Η ιστορία του ΠΑΣΟΚ είναι στην ουσία η ιστορία της ίδιας της μεταπολίτευσης. Δεν πρόκειται μόνον για το γεγονός ότι κέρδισε 6 από τις 15 εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου, συγκέντρωσε 4 φορές, πάνω από 3 εκατομμύρια ψήφους (διάγραμμα 1) ή ότι κυβέρνησε (αυτοδύναμα) τη χώρα το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, συνολικά 20 έτη (239 μήνες). Το ΠΑΣΟΚ συνδέθηκε και εκπροσώπησε διαχρονικά, περισσότερο από κάθε άλλο κόμμα, την ελληνική κοινωνία. Σύμφωνα με μια έρευνα κοινής γνώμης της PublicIssue, στις 13 βουλευτικές εκλογικές αναμετρήσεις που μεσολάβησαν από την ίδρυσή του, το 1974, μέχρι την τελευταία εκλογική του νίκη το 2009, το ΠΑΣΟΚ είχαν ψηφίσει, κάποια φορά, 6 στους 10 ψηφοφόρους (61%), ποσοστό που αντιστοιχεί περίπου συνολικά σε 5,5 εκατομμύρια ψηφοφόρους (διάγραμμα 2Α).
Ο ρόλος του συγκεκριμένου κόμματος υπήρξε παραπάνω από κομβικός. Ηγεμόνευσε στην πολιτική σκηνή της περιόδου αποτελώντας επί μακρόν το επίκεντρο της. Αποτέλεσε το κέντρο βάρους του κομματικού συστήματος που συγκροτήθηκε σταδιακά, τόσο στην περίοδο της ακμής του, κατά τις δεκαετίες ’70 και ’80, όσο όμως και στην περίοδο της παρακμής του, τις επόμενες δύο δεκαετίες που ακολούθησαν· συνιστώντας, όμως, τώρα χαρακτηριστικό παράδειγμα εκφυλισμού μαζικού αριστερού κόμματος, κοινωνικής αφυδάτωσης, αποϊδεολογικοποίησης, κρατικοποίησης και διαφθοράς.
Μετά το 2012: Το ΠΑΣΟΚ δεν είναι πια εδώ
Με τις διπλές εκλογές του 2012, το ΠΑΣΟΚ τερμάτισε το βιοπολιτικό του κύκλο, που εγκαινιάσθηκε στις 3 Σεπτέμβρη του 1974. Υπό την ηγεσία του τρίτου αρχηγού του, του μοιραίου Γ.Παπανδρέου, τιμωρήθηκε σκληρά -διόλου τυχαία περισσότερο από ό,τι η ΝΔ- για την προσφυγή της Ελλάδας στο ΔΝΤ και την υπογραφή του 1ου Μνημονίου, δύο χρόνια πριν. Το 2010 ήρθε σε ανοικτή και οριστική ρήξη, όχι μόνον με τα κοινωνικά στρώματα τα οποία εξέφραζε επί μακρόν, αλλά και την ιστορικά διαμορφωμένη πολιτική και ιδεολογική του ταυτότητα. Κατάφερε να εξαϋλώσει ολοκληρωτικά την θετική εικόνα που διατηρούσε για το ίδιο, ως κόμματος της διακυβέρνησης, η ελληνική κοινωνία πλειοψηφικά ακόμη και στη δεκαετία του 2000. Το 2000, το 58% των πολιτών αποτιμούσε θετικά τη συνεισφορά του ΠΑΣΟΚ στη διακυβέρνηση της χώρας και μόνον 32% αρνητικά. Μια δεκαετία μετά, η εικόνα αυτή είχε πλήρως αντιστραφεί. Το 2011, τα 2/3 (66%) του εκλογικού σώματος την είχαν πλέον απαξιώσει συνολικά, προαναγγέλλοντας αυτό που θα συμβεί ένα χρόνο μετά (διάγραμμα 2Β, στοιχεία VPRC& PI).
Οι ίδιες οι κοινωνικές δυνάμεις («οι μάζες» για να θυμηθούμε έναν ντεμοντέ όρο), οι οποίες, μετά τη δικτατορία, πίστεψαν σε αυτό, ταυτίστηκαν μαζί του και το στήριξαν πολιτικά-εκλογικά επί 35χρόνια, οι ίδιες το εγκατέλειψαν, διαρρηγνύοντας τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε οικοδομηθεί τόσο στην θυελλώδη περίοδο της πρώιμης μεταπολίτευσης, όσο και μετά το 1981, με μοχλό τη διακυβέρνησή του.
Από τις βουλευτικές του Οκτωβρίου του 2009, όταν ο ΓΑΠ επέστρεψε θριαμβευτικά στην εξουσία, με ποσοστό 43,9% και μέσα σε 30 μήνες, απώλεσε 2,2 εκ. ψήφους, αριθμός που αντιστοιχεί στο 31% του εκλογικού σώματος (των ψηφισάντων) του 2009. Ως ποσοστό (13,2%), οι μόλις 756.000 ψήφοι του Ιουνίου (διάγραμμα 1), αποδείχθηκε χαμηλότερο ακόμη και από εκείνο που πήρε όταν πρωτοεμφανίσθηκε το 1974 (13,4%). Πρόκειται για τη μεγαλύτερη εκλογική μετατόπιση που παρατηρήθηκε ποτέ στην μεταπολιτευτική εκλογική ιστορία της χώρας.
Η κοινωνική αποδυνάμωση του συγκεκριμένου κομματικού χώρου δεν τερματίστηκε με τις εκλογές. Αντιθέτως, μετά από αυτές επιταχύνθηκε. Το πολιτικό αποτέλεσμα της ιστορικής εκλογικής συντριβής του ΠΑΣΟΚ, το 2012, αλλά και της συγκυβέρνησης με τη ΝΔ, ήταν η περαιτέρω αποδέσμευση παραδοσιακών ψηφοφόρων του. Η πρωτοφανής απόφαση για κατάργηση της οργανωτικής δομής του κόμματος, που επιβλήθηκε αιφνιδιαστικά λίγες μέρες μετά τις εκλογές, επισφράγισε τον εκφυλισμό και τη διάλυση της ιστορικής μεταπολιτευτικής κομματικής μορφής.
Το κομματικό μόρφωμα που υφίσταται μετά το 2012, το ΠΑΣΟΚ του Ε.Βενιζέλου,διατηρεί μόνον το κέλυφος του ιστορικού κόμματος. Η «ασυνέχεια», σε σχέση με τις προηγούμενες μορφές οργάνωσής του είναι προφανής. Πρόκειται πλέον για έναν περιορισμένο αριθμό στελεχών, τα οποία απασχολούνται στις διάφορες βαθμίδες του κρατικού μηχανισμού και για τους εναπομείναντες παραδοσιακά ταυτισμένους ηλικιωμένους ψηφοφόρους, σε περιοχές προπύργια «εκτός των τειχών»· για ένα ελάχιστο -σε σύγκριση με το ένδοξο κομματικό παρελθόν- ποσοστό κοινωνικής-εκλογικής επιρροής που πιθανότατα θα συμπιεστεί περαιτέρω στις επόμενες βουλευτικές εκλογές. Ταυτόχρονα, σε στοιχειώδες οργανωτικό επίπεδο, εξακολουθεί να κινητοποιεί τοπικά, μερικές δεκάδες χιλιάδες «μέλη και φίλους», όπως συνέβη με την εκλογή των Νομαρχιακών Επιτροπών τον Μάρτιο του 2013. Στη διαδικασία για την ανάδειξη των εκπροσώπων του κόμματος πήραν μέρος μόλις 112.016 μέλη και φίλοι του υπολειπόμενου ΠΑΣΟΚ (διάγραμμα 3) .
Οι πρόσφατες Ευρωεκλογές (Μάιος 2014)έδειξανότι η τάση συνεχίζεται. Το υπό τον διακριτικό τίτλο «Ελιά-Δημοκρατική Παράταξη» ΠΑΣΟΚ έλαβε μόλις 458.403 ψήφους (8% στο συρρικνωμένο λόγω αποχής εκλογικό σώμα). Ο αριθμός αυτός αντιπροσωπεύει μόλις το 15% της δύναμης του 2009! Υπολείπεται δε και κατά 200.000 ψήφους, της απήχησης του 1974!! (διάγραμμα 1).
Η συζήτηση για το ΠΑΣΟΚ
Η θεωρητική συζήτηση σχετικά με τη φύση και το χαρακτήρα του ΠΑΣΟΚ υπήρξε από την αρχή της εμφάνισής του και διαιρεμένη και πολωμένη.
Στη πρώιμη μεταπολιτευτική εποχή, η τάση να αποδοθεί η συγκρότηση του ΠΑΣΟΚ και η απήχηση του στην ηγετική προσωπικότητα του Α.Παπανδρέου κυριάρχησε παραδοσιακά στις αναλύσεις για αυτό. Από εκεί πήγασαν και οι θεωρητικοποιήσεις για τον αυταρχικό και αρχηγικό χαρακτήρα του, αλλά και η τοποθέτηση του στο χώρο των λαϊκίστικων κινημάτων (όπως αυτά της Λ. Αμερικής). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλά από τα χαρακτηριστικά που του αποδόθηκαν δεν απέχουν από την πραγματικότητα. Οι ερμηνείες όμως που επιβλήθηκαν, παρέμειναν ανεπαρκείς. Υπερτονίζοντας τη χαρισματική προσωπικότητα του Α. Παπανδρέου, υποτίμησαν τις οργανικές σχέσεις που κατέκτησε το ΠΑΣΟΚ στους μισθωτούς εργαζόμενους και σε μεγάλες μερίδες του αγροτικού πληθυσμού της χώρας. Παραγνώρισαν τη μαζική κομματική οργάνωση που συγκρότησε με ταχύτατους ρυθμούς, τη συμπύκνωση στον αρχικό πολιτικό-ιδεολογικό λόγο του ΠΑΣΟΚ των συστατικών στοιχείων της ιδεολογίας των λαϊκών τάξεων στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, και τέλος την ιδεολογική-πολιτική διαπάλη για την ηγεμονία στο εσωτερικό του.
Η ανάδυση και η παγίωσή του ΠΑΣΟΚ στη μεταπολίτευση δεν υπήρξε ούτε ευθύγραμμη, ούτε ανώδυνη και χωρίς αντιφάσεις διαδικασία. Ως κόμμα εξέφρασε τα νέα δεδομένα της πολιτικής σκηνής που μετά την πτώση της δικτατορίας είχε μετατοπισθεί αριστερά: διάλυση των παλαιών πολιτικών κομμάτων, κατάργηση της Μοναρχίας, εμπέδωση του κοινοβουλευτισμού και του κράτους Δικαίου, διάσπαση της Αριστεράς, ανάγκη ανανέωσης του πολιτικού προσωπικού, αλλά και σε μία, επίσης, διαφορετική διεθνή συγκυρία: εμφάνιση κινημάτων κοινωνικής αμφισβήτησης, άνοδος της Αριστεράς στην Ευρώπη, προοπτική διακυβέρνησης, άνθηση αντιϊμπεριαλιστικών κινημάτων. Στις νέες συνθήκες της Μεταπολίτευσης, το ΠΑΣΟΚ θα υπάρξει όχι ως “κεντρώο” κόμμα, αλλά ως σοσιαλιστικό και, μάλιστα, ιδιαιτέρως ριζοσπαστικό.
Σήμερα, αντιθέτως, με δεδομένη τη νεοφιλεύθερη μετάλλαξή του ΠΑΣΟΚ –σημείο τομής σε αυτή τη διαδικασία αποτέλεσε η διαδοχή του Α.Παπανδρέου από τον Κ.Σημίτη και η επικράτηση στην εσωκομματική σύγκρουση του εκσυγχρονιστικού ρεύματος (1996)-, την απορρόφηση του από το κράτος, τη διαφθορά του μεγαλύτερου πυρήνα των ηγετικών του στελεχών, τις ευθύνες του για την χρεωκοπία της χώρας και την υπαγωγή της με βασική ευθύνη του στα μνημόνια, η δαιμονοποίησή του γίνεται εύκολα αποδεκτή και η καταδίκη του θεωρείται αυτονόητη.
Η πολιτική εξαφάνιση του ΠΑΣΟΚ που προκάλεσε το Μνημόνιο, δημιούργησε για πρώτη φορά μετά τον Β’Π.Πόλεμο, αντικειμενικές πολιτικές δυνατότητες, για την διαμόρφωση ενός νέου μαζικού κόμματος της Αριστεράς. Η εκλογική ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σηματοδότησε το τέλος της εποχής ηγεμονίας του ΠΑΣΟΚ και την πολιτική επανεμφάνιση της Αριστεράς, για πρώτη φορά ύστερα από περιθωριοποίηση πολλών δεκαετιών. Ουσιαστικά, ο ΣΥΡΙΖΑ διαδέχθηκε το ΠΑΣΟΚ στην εκπροσώπηση του μεγαλύτερου τμήματος του λαϊκού κοινωνικού μπλοκ της μεταπολίτευσης.
Ωστόσο, η Αριστερά δεν πρέπει να υποκλιθεί σήμερα στην ιδεολογική επίθεση, που διεξάγεται με όχημα το στρατευμένο σχήμα του «εθνο-λαϊκισμού», κατά της «κληρονομιάς» του ΠΑΣΟΚ· επίθεση, η οποία στοχεύει στη συσκότιση της πραγματικής ιστορίας της μεταπολίτευσης. Ο εκφυλισμός και η οριστική πολιτική χρεωκοπία του ΠΑΣΟΚ εξυπηρετεί τη προσπάθεια ιστορικής αναθεώρησης και παραχάραξης. Χρησιμοποιείται από τους κέρβερους-προπαγανδιστές του νεοφιλελευθερισμού για την απαξίωση συνολικά των μεταπολιτευτικών κομμάτων και του κοινοβουλευτισμού, τη νομιμοποίηση της αυταρχικής αναίρεσης των πολιτικών και κοινωνικών κατακτήσεων, που επέβαλε η «σοσιαλδημοκρατική» διαχείριση του ΠΑΣΟΚ, μετά το 1981.
Η γκραμσιανή ρήση ισχύει και αντίστροφα. Όπως θα (αποδεχθούμε να) «διαβάσουμε» σήμερα την ιστορία του ΠΑΣΟΚ, θα (αποδεχθούμε να) «διαβάσουμε» και την ιστορία της μεταπολίτευσης.
Διάγραμμα 1

Διάγραμμα1
Διάγραμμα 2

Διάγραμμα2
Διάγραμμα 3

 Διάγραμμα3

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Το Αεροδρόμιο της Τρίπολης, το Αεροδρόμιο της Ανδραβίδας, υπογραμμίσεις και ένα ερώτημα!

Το Αεροδρόμιο της Τρίπολης, το Αεροδρόμιο της Ανδραβίδας, υπογραμμίσεις και ένα ερώτημα!
 
ΟδυσσΕαΣ: Παραθέτω εν ενδιαφέρον άρθρο για το  Αεροδρόμιο της Τρίπολης, υπογραμμίζω ορισμένα τινά και θέτω ένα ερώτημα.

ΤΟ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ ΤΡΙΠΟΛΗΣ ΜΕ οΡΟΥΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ
Του Γιώργου Πουλοκέφαλου*
Η  προσγείωση στην πραγματικότητα επιβάλλει, πέραν των άλλων, το μεγάλο ζήτημα  του Αεροδρομίου  της  Τρίπολης να επανατοποθετηθεί στις αληθινές  του  διαστάσεις και να  δοθούν στη δημοσιότητα τα  τεχνοκρατικά  στοιχεία, για  πλήρη και ορθή ενημέρωση  των πολιτών της Πελοποννήσου. Και  επειδή οι  παραμορφωτικοί φακοί ανήκουν στα  αζήτητα  της  Ιστορίας, η Περιφερειακή Αρχή οφείλει τώρα  να δώσει  τα  στοιχεία  της  αξιολόγησης  της μελετητικής εταιρείας,  Καναδικών συμφερόντων  ΙΒΙ Group,  στην οποία  ανατέθηκε  στις  αρχές  του  2012 η εντολή διερεύνησης  και αξιολόγησης των χαρακτηριστικών του υπάρχοντος  Αεροδρομίου Τρίπολης.  Η  μελέτη  αυτή χρηματοδοτήθηκε  από  το ΠΔΕ  και παρουσιάστηκε  στην Περιφέρεια Πελοποννήσου  τον  Απρίλη του 2013. Αφού βέβαια πληρώθηκε  από χρήματα του Έλληνα  φορολογούμενου, δεν  νοείτε  να  παραμένει επτασφράγιστο μυστικό  σε  κάποια  συρτάρια και  να  μην δίνεται στη δημοσιότητα,  ώστε  η τοπική μας κοινωνία  να γίνει  κοινωνός  της εξειδικευμένης  γνώσης αλλά και  να  γνωρίζει τις  υπάρχουσες  όσο και  τις  εν δυνάμει δυνατότητες του θέματος  Αεροδρόμιο Τρίπολης.
Η  εμμονή της  περιφερειακής  Αρχής στην μυστικοπάθεια δεν αγγίζει βέβαια μόνον το υπόψη θέμα  αφού  και  σε  άλλα  μείζονα  ζητήματα της  Περιφέρειας ακολουθείτε  η  ίδια  τακτική της «κλειστής» αποκλειστικής πληροφόρησης, βλέπε Στερεά Απόβλητα,  πράγμα  αδιανόητο για  την σημερινή εποχή της  αναγκαίας διαφάνειας, που πρέπει να σηματοδοτεί το δημόσιο βίο γενικότερα. Το θέμα βέβαια της ανοιχτής δημοκρατίας και της πολιτικής των ανοιχτών οριζόντων είναι θέμα άλλης συζήτησης, απλά σήμερα δίνεται η δυνατότητα επισήμανσης αυτής  της  παλαιοκομματικής πρακτικής, που μας  γυρίζει αναπότρεπτα πολλές  φορές στο παρωχημένο παρελθόν.
Με τεχνοκρατικούς  λοιπόν όρους  το  πόρισμα  της ΙΒΙ GROUP οριοθετεί τις  δυνατότητες του  Αεροδρομίου όπως  έχει σχεδιαστεί ( για  στρατιωτικούς σκοπούς) και καταλήγει εν ολίγοις,  σε  3  σημαντικά πορίσματα  και  τα  οποία  είναι:
Ο  σημερινός  διάδρομος του  αεροδρομίου έχει  τέτοια  κατεύθυνση  που  είναι ακατάλληλη  για  πολιτικό Αεροδρόμιο, γιατί σε  απόσταση  3400  μέτρων,  η γεωμορφολογία  του εδάφους  δεν  επιτρέπει προσέγγιση ούτε καν μεσαίου τύπου πολιτικών αεροσκαφών. Η  ύπαρξη του ορεινού όγκου ( δυτικοί πρόποδες του  όρους  Χτενιάς ) που  βρίσκεται  ανάμεσα στους  οικισμούς  Μηλέας και Λουκά λόγω  του  ύψους  του ( 920 μ.) γίνεται αποτρεπτικός  παράγοντας για  την λειτουργία  ως  πολιτικού  αεροδρομίου  με  την σημερινή κατεύθυνση του  διαδρόμου.
Το  μήκος  του  σημερινού  διαδρόμου  που  είναι  1900  μέτρα δεν  επαρκεί για  τις  ανάγκες  ενός  σύγχρονου αεροδρομίου και  απαιτείται  άλλος διάδρομος μήκους 2500 μ., με  δυνατότητα  μόνον  προς βορράν τέτοιας  επέκτασης.
Ο  διάδρομος επειδή  έχει  σχεδιασθεί  με  προδιαγραφές στρατιωτικού  αεροδρομίου δεν έχει  τα  αναγκαία  γεωμετρικά χαρακτηριστικά αντοχής, για τις  απαιτούμενες  προδιαγραφές  ενός  πολιτικού  αεροδρομίου κυρίως όσον αφορά το πάχος του σκυροδέματος  θεμελίωσης.
Η  τελική πρόταση όπως διατυπώθηκε  από την ΙΒΙ Group στην μελέτη εφικτότητας που παρουσίασε, μίλησε επί της ουσίας  για ένα νέο Αεροδρόμιο. Το  οποίο θα  διαθέτει πέραν των σύγχρονων νέων απαραίτητων  κτιριακών εγκαταστάσεων, το  κυριότερο έναν εντελώς νέο διάδρομο μήκους 2,5 Κm,  ο  οποίος  για  να  παρακάμπτονται κατά τις  προσγειώσεις και  απογειώσεις  οι  υπάρχοντες ορεινοί όγκοι που προαναφέρθηκαν και θα  έχει τέτοιο σχεδιασμό που θα δημιουργεί γωνία  7 μοιρών  προς τα  αριστερά  σε  σχέση  με  τον  σημερινό υπάρχοντα διάδρομο.
Όσον  αφορά  το  κόστος της  επένδυσης αυτή προϋπολογίστηκε  στο ύψος  των 120  εκ.   Ευρώ περίπου, συμπεριλαμβανομένων των νέων απαλλοτριώσεων  που  απαιτούνται  κυρίως  για  τον νέο  διάδρομο. Το  δε κόστος λειτουργίας του πολιτικού αεροδρομίου προεκτιμήθηκε ότι θα ανέρχεται  στα 2,2  εκ. ευρώ  ετησίως.
Μετά την παράθεση των παραπάνω στοιχείων γίνεται πλέον κατανοητό ότι το ζήτημα Αεροδρόμιο Τρίπολης τίθεται σε νέα βάση. Επί της ουσίας μιλάμε για ένα εντελώς νέο αεροδρόμιο,  που μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη του τόπου μας γενικότερα παράλληλα  με αυτό της Καλαμάτας, για το οποίο όμως απαιτούνται πόροι. Ασχέτως  αν η πρόθεση της Περιφερειακής Αρχής είναι να  το εντάξει στην μέθοδο ΣΔΙΤ απαιτούνται τουλάχιστον 40 εκ. ευρώ ( μαζί με τις απαλλοτριώσεις ) ως οικονομική συμμετοχή της Περιφέρειας και πρέπει αυτά τα χρήματα να  βρεθούν και σήμερα δεν υπάρχουν. Για το μέλλον ίδωμεν!!!
*Πολιτικός Μηχανικός – Πρώην πρόεδρος Περιφερειακού Συμβουλίου Πελοποννήσου.
Σημειώσεις του Οδυσσέα
Από όλα  τα παραπάνω εγώ,
υπογραμμίζω τα εξής :
1. Το  Αεροδρόμιο Τρίπολης έχει σοβαρές ατέλειες και δεν μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτικό, εκτός και εάν υπάρξουν μεγάλες επενδύσεις.
2. Το κόστος κατασκευής – βελτίωσης του   Αεροδρόμιου της  Τρίπολης είναι υψηλό και είναι 120  εκ  και την μέθοδο ΣΔΙΤ απαιτούνται τουλάχιστον 40 εκ. ευρώ ( μαζί με τις απαλλοτριώσεις ).
Και ερωτώ;
Αυτό λέει κάτι στους πολιτικούς (και αυτοδιοικητικούς) εκπροσώπους της Ηλείας και δη στους κυβερνητικούς που γνωρίζουν πολύ καλά ότι  το  Αεροδρόμιο της Ανδραβίδας δεν εχει κανένα πρόβλημα και μπορεί να λειτουργήσει άμεσα ως πολιτικό αρκεί  επανέλθει στην Ηλεία η πίστωση  των  20 εκ ευρώ που η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας μετέφερε σε άλλες ..πολιτείες  και δρασεις ;
Υπενθυμίζω ότι στο blog μου ( http://odisseasml.blogspot.gr )έχω αναφερθεί άλλες τρείς φορές ακόμη για αυτό το θέμα:

1. Γύρω-γύρω όλοι και στη μέση το κορόιδο» , …. δηλαδή η Ηλεία!

2. Η λειτουργία και ως πολιτικού του αεροδρομίου της Ανδραβίδας.Νο 2  (http://odisseasml.blogspot.gr/2014/09/2.html )

3.  Η λειτουργία & ως πολιτικού του αεροδρομίου της Ανδραβίδας Νο3 & ορισμένα άλλα συναφή! (http://odisseasml.blogspot.gr/2014/09/3.html  )

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Οι «πίσω γραμμές» της στρατηγικής Τσίπρα στη ΔΕΘ

Οι «πίσω γραμμές» της στρατηγικής Τσίπρα στη ΔΕΘ



Μια δεύτερη ανάγνωση των εξαγγελιών Τσίπρα από τη ΔΕΘ. Ποια μέτρα είναι στη σωστή κατεύθυνση και ποια έχουν «τρύπες». Η μετάθεση του κέντρου βάρους από τον ΣΥΡΙΖΑ, τα πραγματικά οικονομικά περιθώρια και το κλειδί της παραγωγικής ισχύος.
Οι «πίσω γραμμές» της στρατηγικής Τσίπρα στη ΔΕΘ
Μετά την πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές, η εμφάνιση Τσίπρα στη ΔΕΘήταν εύλογο να τραβήξει τα βλέμματα. Ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ δεν απέφυγε το εθιμοτυπικό των εμφανίσεων της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη Θεσσαλονίκη, συνδυάζοντας το αίτημα για εκλογές με τον προγραμματικό οικονομικό λόγο και την υπεραισιοδοξία ως προς το τι μπορεί να πετύχει το κόμμα του.
Το ενδιαφέρον όμως ήταν αλλού. Αυτό που περιμέναμε να δούμε ήταν αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα εμφανιζόταν στη ΔΕΘ με στοιχεία ωριμότητας: με ένα πιο συγκροτημένο πρόγραμμα, με περιορισμό της διγλωσσίας στο θέμα του νομίσματος, με σχετικά γειωμένες προσδοκίες, με συνείδηση ότι ψυχή δεν έχουν μόνον οι δημόσιοι υπάλληλοι, με κάποια απάντηση στο ερώτημα «πού θα βρείτε τα λεφτά;». Εμφάνισε πρόοδο σε όλα αυτά τα μέτωπα κι αυτό ήταν θετικό. Αξίζει λοιπόν τον κόπο η προσπάθεια για μια φιλική μεν, κριτική δε, ανάγνωση των εξαγγελιών του.
Ο ΣΥΡΙΖΑ κατέληξε οριστικά στο «καμία ρήξη με το ευρώ και την Ευρώπη». Το επίμονο ερώτημα προς τον Αλέξη Τσίπρα στη συνέντευξη Τύπου της Κυριακής ήταν «και τι θα κάνετε αν η Ευρώπη δεν δεχτεί τις προτάσεις σας;». Εκείνος δυσκολεύονταν να απαντήσει. Τι να πει; Τίποτα το συνταρακτικό; Όποιος όμως έχει παρακολουθήσει την εξέλιξη της ρητορικής του ΣΥΡΙΖΑ τα δύο τελευταία χρόνια εύκολα θα διακρίνει ότι το εμφανέστερο στοιχείο των εξαγγελιών Τσίπρα στη ΔΕΘ υπήρξε η μετάθεση του κέντρου βάρους από τη σύγκρουση με την Ευρώπη στην ανακούφιση των εσωτερικών οικονομικών αδιεξόδων.
Πρώτη φορά είχαμε από τον ΣΥΡΙΖΑ την εκφορά μιας συμπαγούς προγραμματικής αντίληψης η οποία μαρτυρούσε πως ό,τι σχεδιάζει κινείται στο πλαίσιο του ενιαίου νομίσματος. Είδαμε εμφανείς αλλαγές στη ρητορική περί μείωσης του ελληνικού χρέους και ενημέρωσή της με νέα στοιχεία από τις σύγχρονες ευρωπαϊκές συζητήσεις που εστιάζουν στo ισχύον αδιέξοδο των εξοντωτικών χρεών.
Είδαμε μια νέα αντίληψη για το πώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν εργαλεία κρατικής πολιτικής όπως π.χ. οι δημόσιες προμήθειες: όχι πια με σκοπό την τοποθέτηση βραχυπρόθεσμων φραγμών σε κατηγορίες εισαγωγών (που είναι εκτός της λογικής της Ε.Ε.) όπως είχε λεχθεί πέρσι, αλλά την παραγωγή νέων θέσεων εργασίας (που είναι εντός της ευρωπαϊκής λογικής).
Ακόμη και ο κεντρικός ρόλος των κεϊνσιανών λογικών αύξησης της ζήτησης στη Θεσσαλονίκη, με αποδοχή τη δημιουργία του εξωτερικού ελλείμματος που θα επιφέρουν -πρόβλημα ελεγχόμενο όσο η Ελλάδα είναι στην ΟΝΕ, αλλά καταστροφικό σε περίπτωση εξόδου-, δείχνει ότι στον ΣΥΡΙΖΑ πήραν τις αποφάσεις τους. Φαντάζομαι με το λογικό σκεπτικό ότι η στροφή της Ευρώπης ενάντια στη λιτότητα διαμορφώνει ένα ευνοϊκότερο πλαίσιο για τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και θα επιτρέψει αμοιβαίους συμβιβασμούς.
Η μία φιλοδοξία του ΣΥΡΙΖΑ είναι η κοινωνικά δικαιότερη κατανομή των βαρών της κρίσης. Οι εξαγγελίες Τσίπρα στη ΔΕΘ επικρίθηκαν από την κυβέρνηση ως παροχολογία, αλλά μάλλον ισορροπούσαν ανάμεσα στην παροχολογία και στην αναγνώριση της πικρής αλήθειας ότι «λεφτά δεν υπάρχουν». Συνοψίζοντάς τις θα έλεγα ότι μου φάνηκαν σαν σούμα από:
α) πράγματα που πρέπει απαραιτήτως να γίνουν για τη μερική ανακούφιση της ελληνικής κοινωνίας από την πίεση της κρίσης και τις καταστροφικές επιπτώσεις κάποιων λανθασμένων κυβερνητικών πολιτικών, οι οποίες λειτουργούν ως βραδυφλεγείς βόμβες εντός της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας,
β) μέτρα που απορρέουν από την αριστερόστροφη λογική της μεταφοράς βαρών από τα χαμηλά εισοδήματα και τη μικρή περιουσία προς τα υψηλότερα εισοδήματα και τη μεγάλη περιουσία,
γ) μια κεϊνσιανή αντίληψη μερικής αποκατάστασης της ζήτησης (η οποία σηκώνει πολλή συζήτηση).
Το κομμάτι που αφορά τη στήριξη των αδυνάτων αποτελεί μια παραλλαγή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος της τρόικας, με τη διαφορά ότι εμπνέεται από τη σοσιαλίζουσα παράδοση του κοινωνικού μισθού (δωρεάν ρεύμα, κουπόνια τροφίμων, κοινωνική στέγη, κάρτα μεταφορών).
Η αποκατάσταση του κατώτατου μισθού στα 750 ευρώ θα είναι κοινωνικά ευεργετική μετά την κατάχρηση του 5νθήμερου 4ώρου για 230 ευρώ που έκαναν καθ' όλα κερδοφόρες εταιρείες, διαλύοντας τα κίνητρα για εργασία.
Ελπιδοφόρα υπήρξε η ένδειξη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αρχίζει να αντιλαμβάνεται τα σκληρά αδιέξοδα που έχουν δημιουργηθεί στον ιδιωτικό τομέα. Η άρση της σημερινής φορολόγησης των Ε.Ε. με 26% από το πρώτο ευρώ, η μείωση των αντικειμενικών αξιών και η αναστολή της φορολόγησης της μικρής περιουσίας σε χώρα με 30% ανεργία και χωρίς λειτουργούσα αγορά ακινήτων, η λογική της εισαγωγής ρυθμίσεων που συνδέουν την αποπληρωμή του χρέους με το εισόδημα και περιλαμβάνουν διαγραφές οφειλών, η παύση του αυτόφωρου για οφειλές προς το δημόσιο, η άρση της υποχρέωσης πληρωμής του 50% μιας οφειλής για προσφυγή στη δικαιοσύνη είναι πολύ καλά μέτρα.
Η άλλη φιλοδοξία του είναι η επανεκκίνηση της ανάπτυξης αλλά η κεϊνσιανή του πρόταση έχει πολλές τρύπες. Η ουσία των εξαγγελιών Τσίπρα στη ΔΕΘ ήταν «θα επιδιώξουμε ανάπτυξη μέσα από την αύξηση της ζήτησης που θα προκαλέσουμε με την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών χάρη στον συνδυασμό των ακόλουθων τριών πολιτικών»:
α) του τερματισμού της φορολογικής περιστολής στην οικονομία (φοροαπαλλαγή της μικρής περιουσίας, διακανονισμός και διαγραφές οφειλών, επαναφορά αφορολόγητου στα 12.000 ευρώ),
β) της εφαρμογής άκρως ενεργητικών πολιτικών μείωσης της ανεργίας (ρήτρες απασχόλησης στις κρατικές προμήθειες, στήριξη των ΜμΕ – που παράγουν τις περισσότερες θέσεις εργασίας –, στροφή των ΕΣΠΑ σε προγράμματα κατάρτισης και απασχόλησης),
γ) της αύξησης του κατώτατου μισθού.
Ορθά υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι ο συνδυασμός όλων αυτών των μέτρων μπορεί να φέρει ανάπτυξη, εύλογα όμως εκφράζονται από παντού αμφιβολίες ότι υπάρχουν τα οικονομικά περιθώρια που θα επιτρέψουν τον συνδυασμό τους. Τη θετικότερη επιρροή στην επανεκκίνηση της ανάπτυξης από όλα αυτά τα μέτρα θα είχε η αύξηση του αφορολόγητου στις 12.000, αλλά ποιος πιστεύει ότι η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και η εισροή εσόδων από διακανονισμούς οφειλών μπορούν να γίνουν τόσο γρήγορα όσο έδειξε να πιστεύει ο Τσίπρας στη ΔΕΘ;
Υπάρχουν 2-3 καλές ιδέες, αλλά λείπουν οι εγγυήσεις ορθής εφαρμογής τους. Η πρώτη καλή ιδέα είναι η δημιουργία μιας δημόσιας αναπτυξιακής τράπεζας στα γερμανικά και γαλλικά πρότυπα, η οποία θα μπορούσε να στηριχθεί σε κεφάλαια του ΤΧΣ, ώστε να αποκατασταθεί μέρος του χαμένου δανεισμού των ιδιωτικών επιχειρήσεων και να χρηματοδοτηθούν περιφερειακά έργα. Η δεύτερη είναι μια στροφή στις προτεραιότητες των ΕΣΠΑ, με εγκατάλειψη των μεγάλων έργων τσιμέντου και ασφάλτου και διασπορά των χρηματοδοτήσεων σε πολλά μεσαία και μικρότερα τοπικά έργα και νέα εγχειρήματα ιδιωτικών επενδύσεων τα οποία θα αξιοποιούν τις δυνατότητες του ελληνικού επιστημονικού δυναμικού (στις ΑΠΕ υπάρχει πολύ). Τη δουλειά προτείνεται να την αναλάβουν οι περιφέρειες και οι δήμοι, με σκοπό ένας νέος αναπτυξιακός κύκλος να ξεκινήσει από την επαρχία, αξιοποιώντας τις τοπικές πλουτοπαραγωγικές πηγές.
Καλά όλα αυτά, όμως η ίδρυση μιας δημόσιας αναπτυξιακής τράπεζας με τα λεφτά του ΤΧΣ δεν είναι κάτι το άμεσο: προϋποθέτει κάποια συνεννόηση με την τρόικα και αποτελεί τμήμα των συζητήσεων για το ελληνικό χρέος.
Η μεταφορά της διαχείρισης των ΕΣΠΑ στους ΟΤΑ πρέπει να συνοδευτεί από τη θέσπιση ενός σχεδίου που θα ανακατευθύνει τη ροή του χρήματος. Για να αποδώσουν δηλαδή αυτές οι καλές κατά τα άλλα ιδέες χρειαζόμαστε εθνικό παραγωγικό σχέδιο που θα σπάσει την κυρίαρχη αυτήν τη στιγμή και στην περιφέρεια τάση για ανάλωση των ΕΣΠΑ σε μπετά, αναπλάσεις και πολιτιστικά και θα κατευθύνει εξαρχής τις χρηματοδοτήσεις σε επενδυτικά προγράμματα παραγωγικής υφής.
Χρειαζόμαστε επίσης ένα σοβαρό πλαίσιο λογοδοσίας και ελέγχου της διαφθοράς και ανασχηματισμό των διαδικασιών έτσι ώστε οι δημόσιοι μηχανισμοί να εργάζονται προς όφελος της επενδυτικής δραστηριότητας κι όχι διαφόρων μεσαζόντων, «κολλητών» ή για πάρτη τους. Χωρίς αυτά, η πικρή πείρα δείχνει ότι το αποκεντρωμένο ελληνικό δημόσιο δεν μπορεί να γίνει εργαλείο ανάπτυξης και αναβάθμισης της παραγωγικής ικανότητας, όπως θα ήθελε ο ΣΥΡΙΖΑ.
Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν εμπνέει, είναι όμως καλύτερη πρόταση από της συγκυβέρνησης. Πώς να εμπνεύσει ένα πρόγραμμα ελεημοσύνης προς το ένα τρίτο της ελληνικής κοινωνίας που η κρίση απέκλεισε από την εργασία και την οικονομική δραστηριότητα; Πώς να εμπνεύσει ένα πρόγραμμα που δεν παρέχει προοπτική παραγωγικής ανασυγκρότησης ώστε να ξανασταθεί η ελληνική κοινωνία στα πόδια της, να ανακτήσει την αξιοπρέπειά της και να πάψει να εξαρτάται από τους ξένους δανειστές;
Η υιοθέτηση της κεϊνσιανής λογικής αύξησης της ζήτησης που προκρίνει ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να βοηθήσει στην υπέρβαση της ύφεσης, άρα μιας σειράς προβλημάτων που απορρέουν από αυτήν. Όμως ανταποκρίνεται κυρίως στις ανάγκες άλλων χωρών του Νότου που διαθέτουν παραγωγική ισχύ. Όχι της Ελλάδας, όπου η παραγωγική καθίζηση οδηγεί το μεγαλύτερο τμήμα της εγχώριας κατανάλωσης σε εισαγόμενα και παράγει μισθούς και κέρδη για εργαζόμενους και επιχειρήσεις άλλων χωρών. Αφού όμως η ελληνική κοινωνία δεν θέλει περιπέτειες με την Ευρώπη, τι άλλο μπορούσε να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ; Η κεϊνσιανή λογική, σε συνδυασμό με τη δεδηλωμένη προσήλωσή του στους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, έχει τουλάχιστον το πλεονέκτημα ότι τον ευθυγραμμίζει με έναν ήδη κυρίαρχο ευρωπαϊκό λόγο που διεξάγεται σε όρους «δημοσιονομική πολιτική υπέρ της ανάπτυξης αντί της λιτότητας».
Καταλήγοντας, αν διαβάσουμε τις εξαγγελίες Τσίπρα στη ΔΕΘ ως διατύπωση των βασικών γραμμών μιας οικονομικής πολιτικής που μπορεί να αποτελέσει βάση συμβιβασμών με τους δανειστές, και συνάμα ως ένα ενδιάμεσο πρόγραμμα που ακόμη και μικρό κομμάτι του αν εφαρμοστεί θα επιτρέψει στην κοινωνία να πάρει ανάσα, αυτές αποτελούν συμπαθητική πρόταση.
Γνώμη μου είναι ότι ακόμη και 5-6 αποσπασματικά μέτρα να υλοποιηθούν (πρόγραμμα βοήθειας αδυνάμων, επαναφορά κατώτατου μισθού, μείωση φορολογίας ακινήτων με τερματισμό της φορολογίας της μικρής περιουσίας, κατάργηση ισχύουσας φορολόγησης Ε.Ε., αναστολή ισχύοντος δρακόντειου πλαισίου οφειλών), θα έχουμε τη διόρθωση κάποιων τραγικών λαθών της παρούσας κυβέρνησης τα οποία οδηγούν σεοικονομικό θάνατο, έως και σε αναξιοπρέπεια εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες. Για αρχή, το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι κακό.
Στη συνέχεια, όμως, θα θέλαμε κάτι περισσότερο.
* Η κ. Μαριάννα Τόλια είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας του βιβλίου "Το ευρώ, ο Νότος και η Ελλάδα. Έρευνες και Προσεγγίσεις για την κρίση στον Ευρωπαϊκό Νότο και τον ρόλο του ευρώ", Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις, Αθήνα 2014. 

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

H ΥΣΤΑΤΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΑΜΑΡΑ

H ΥΣΤΑΤΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΑΜΑΡΑ



Του Γ. ΔΕΛΑΣΤΙΚ*
Στον πάπα Φραγκίσκο πήγε ο Αλέξης Τσίπρας. Στην καγκελάριο Μέρκελ θα πάει μεθαύριο ο Αντώνης Σαμαράς. Κίνηση ευρωπαϊκών δημοσίων σχέσεων άνευ ουσιαστικού πολιτικού αντικρίσματος το ταξίδι του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ στη Ρώμη. Προσκύνημα ικεσίας προς την «αφέντρα» της χώρας μας το ταξίδι του προέδρου της ΝΔ και πρωθυπουργού στοΒερολίνο. Στην προσπάθεια αναρρίχησης στην πρωθυπουργία εντάσσεται για τον Αλέξη Τσίπρα και η απόσπαση της ευλογίας θρησκευτικών ηγετών. Στην προσπάθεια παραμονής σην πρωθυπουργία αποσκοπεί η μάταιη αναζήτηση γερμανικούοίκτου από τον Αντώνη Σαμαρά – είδους ανέκαθεν ενανεπαρκεία!
Ολόκληρη την εβδομάδα που πέρασε οι πάντες ασχολούνταν με το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ που παρουσίασε στη Θεσσαλονίκη το περασμένο Σάββατο ο Αλ. Τσίπρας. Έδωσε πολύ συγκεκριμένες υποσχέσεις, τις οποίες ο ίδιος ονόμασεδεσμεύσεις, πέρα από τις γενικόλογες – και ανεδαφικές σε αρκετές περιπτώσεις – περιγραφές της υποτιθέμενης κυβερνητικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ. Όλοι οι Έλληνες κατάλαβαν, όταν άκουσαν, όταν άκουσαν τις δεσμεύσεις του Τσίπρα, δύο πράγματα. Πρώτον, ότι συνιστούν οικονομική ανακούφιση για τα ασθενέστερα λαϊκά στρώματα αλλά και για ολόκληρο τον ελληνικό λαό, δεύτερον, ότι σε καμμία περίπτωση οι εν λόγω δεσμεύσεις δεν συνιστούν πολιτική αριστερής κυβέρνησης. Ακόμη δηλαδή κι αν υλοποιηθούν στο 100% τα όσα υποσχέθηκε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, η οικονομική και κοινωνική κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα το 2009, όταν κυβερνούσε η Δεξιά του Κώστα Καραμανλή, συνιστούσε …«εξτρεμιστική πολιτική αριστερίστικου καθεστώτος» σε σύγκριση με τα όσα έταξε ο Τσίπρας, αν υλοποιηθούν πλήρως! Αν το κράτος της καραμανλικής Δεξιάς το 2009 ήταν πολύ πιο φιλολαϊκό από αυτό που επαγγέλλεται ο ΣΥΡΙΖΑ, τούτο σημαίνει ότι οι προτάσεις Τσίπρα κινούνται απολύτως εντός του συστήματος! Κατά κανένα τρόπο δεν συνιστούν ρήξη με το σύστημα.
 Αυτό απογοήτευσε τους αριστερούς. Κανένας σοβαρός αριστερός δεν διαφωνεί, δεν αποδοκιμάζει ή δεν υποτιμά μέτρα οικονομικής ανακούφισης των λαϊκών στρωμάτων, ανεξαρτήτως ποιος πρωθυπουργός τα παίρνει – ο Κώστας Καραμανλής, ο Γιώργος Παπανδρέου, ίσως αύριο οΤσίπρας. Από τον τελευταίο όμως θα ήθελε να ακούσει κάποια μέτρα με πιο ριζοσπαστική προοπτική, όχι απλώς μια μερική αποκατάσταση ζημιών των ασθενέστερων λαϊκών στρωμάτων. Αντιθέτως, ο Αλέξης Τσίπρας στην ομιλία του δεν ανέφερε καν τον όρο «αριστερή κυβέρνηση», έστω για τα μάτια του κόσμου! Επιλέγοντας άλλωστε το ίδιο πλαίσιο αντιμετώπισης των προβλημάτων της χώρας – μέσα στο ευρώ, μέσα στην ΕΕ, μέσα στο ΝΑΤΟ – με την κυβέρνηση Σαμαρά, πώς να παρουσιάσει την κυβέρνηση του αριστερή; Στην ομιλία του στη Θεσσαλονική ο πρόεδρος τουΣΥΡΙΖΑ ισχυρίστηκε ότι αυτό σφυρηλατεί ευρύτερες ευρωπαϊκές συμμαχίες, ενώ ο Αντ. Σαμαράς κάνει ό,τι λένε οι δανειστές και σφυρηλατεί συμμαχία μόνο με τη Γερμανία! Αντί δηλαδή να τον κατηγορήσει ότι είναι δούλος των Γερμανών, τον κατηγόρησε για… «μονομέρεια» στις συμμαχίες του! Θα ήταν επίσης πολύ διασκεδαστικό να πληροφορηθούμε ποιες είναι αυτές οι συμμαχίες που διαμορφώνει ο Αλέξης Τσίπρας μέσα στην ΕΕ. Ποιοι ακριβώς ονομαστικά είναι οι σύμμαχοι του; Μήπως αυτό το γερμανόδουλο νούμερο, ο γάλλος πρόεδρος Φρανσούα Ολάντ, συμπεριλαμβάνεται στους συμμάχους του Αλέξη; Ή μήπως αυτός ο καραδεξιός καραγκιόζης , ο πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι της Ιταλίας, ο οποίος ζήτησε… 1.000 (ναι, χίλιες) μέρες για να κάνει μεταρρυθμίσεις; Ή μήπως τα θλιβερά «ευρωλιγούρια» της ευρωπαϊκής Αριστεράς, που αν ποτέ τους φωνάξουν οι σοσιαλδημοκράτες να κάνουν μαζί τη κυβέρνηση συνασπισμού σε οποιαδήποτε χώρα της ΕΕ θα τρέξουν αμέσως κάνοντας δέκα πολιτικές κωλοτούμπες;
Οι αριστεροί μπορεί να απογοητεύτηκαν, αλλά ακριβώς επειδή το κυβερνητικό πρόγραμμα τουΣΥΡΙΖΑ είναι πλήρως εντός συστήματος ο Σαμαράς και ο Βενιζέλος έχασαν τον ύπνο τους. Καταλαβαίνουν ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν συναντά κατά κανένα τρόπο τη σφοδρή αντίστασηεπιχειρηματικού και οικονομικού εν γένει κατεστημένου. Δεν συγκρούεται με τα συμφέροντα τους σε ζητήματα αρχής. Αυτό σημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ γίνεται πιο αποδεκτός από την ελίτ της ελληνικής αστικής τάξης, άρα οι δικές τους καρέκλες τρίζουν περισσότερο! Για να τις σώσουν και να παραμείνουν στην εξουσία, βγήκαν και οι δύο τους στο κουρμπέτι την εβδομάδα που πέρασε. ΟΣαμαράς προσπάθησε να τρομοκρατήσει τον κοσμάκη. Αν βγει ο Τσίπρας πρωθυπουργός, διακήρυξε με περισπούδαστο ύφος και κύρος, «θα φύγουν τα λεφτά από τις τράπεζες, δεν θα μείνει στις τράπεζες ούτε ένα ευρώ»! Ο Ευάγγ. Βενιζέλος πάλι σκέφτηκε: θα χάσουμε που θα χάσουμε τις εκλογές, οπότε το ζήτημα είναι να μην επιτρέψουμε τουλάχιστον στο ΣΥΡΙΖΑ να σχηματίσει κυβέρνηση. Πώς να το κάνουμε; Είναι απλούστατο – να μην του δώσουμε τις 50 έδρεςπου παίρνει μπόνους το πρώτο κόμμα! Το τραγελαφικό είναι ότι αν οι 50 έδρες μοιραστούν όντως αναλογικά στα κοινοβουλευτικά κόμματα και δεν βρουν κανένα κόλπο να τις πάρει η ΝΔ, που θα έρθει σίγουρα δεύτερη, πίσω από τον ΣΥΡΙΖΑ, τότε η κατάργηση του μπόνους των 50 εδρών που προτείνει ο Βενιζέλος θα υπερψηφιστεί σαρωτικά από την παρούσα βουλή!
Τόσο σαρωτικά, που θα υπερβεί τις 200 ψήφους βουλευτών και θα ισχύσει από τις αμέσως επόμενες εκλογές! Θα τον υπερψηφίσουν όλα τα κόμματα και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να κάνει τίποτε για να τη σταματήσει, δεδομένου ότι έχει μόνο 75 βουλευτές. Μοναδική του ελπίδα, να προβάλει βέτο στη διεξαγωγή των εκλογών με απλή αναλογική η… οικονομική ολιγαρχία! Θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε τι θα γίνει.
*Δημοσιεύθηκε στο «Πριν» της Κυριακής 21 Σεπτεμβρίου