Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Μεσαία τάξη: Η αχίλλειος πτέρνα του ΣΥΡΙΖΑ

Μεσαία τάξη: Η αχίλλειος πτέρνα του ΣΥΡΙΖΑ

Ένα διπλό ιστορικό παράδοξο καλείται να διαχειριστεί η αξιωματική αντιπολίτευση. Η δυναμική αυτοδυναμίας και η στροφή των μεσαίων σε κόμμα της «ριζοσπαστικής αριστεράς». Ο πονοκέφαλος της ισορροπίας μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Γράφει η Μ. Τόλια.
Μεσαία τάξη: Η αχίλλειος πτέρνα του ΣΥΡΙΖΑ
Το μείζον πολιτικό δράμα που έλαβε χώρα την περασμένη εβδομάδα στην κεντρική πολιτική σκηνή ήταν η εφόρμηση αυτού του πράγματος που λέμε σύστημα -υπό τη μορφή μεγάλων μιντιακών ομίλων, της ηγεσίας του ΥΠΟΙΚ, των αγορών, της ΕΚΤ...– πάνω στην κυβέρνηση για να αποτρέψει μια σπασμωδική προεκλογική έξοδο της Ελλάδας από το μνημόνιο.
Η παρέμβαση στέφθηκε με επιτυχία και οδήγησε στο πολιτικό δράμα της τρέχουσας εβδομάδας: στην ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή. Όσο κι αν... μπετονάρει πρόσκαιρα την κυβερνητική πλειοψηφία όμως αυτή η ψήφος, το κεντρικό πολιτικό γεγονός είναι η δυναμική αυτοδυναμίας του ΣΥΡΙΖΑ. Είτε εκφραστεί στις κάλπες είτε όχι, η υψηλή δημοσκοπική δυναμική του αποτελεί την αρχική αιτία όλων των υπόλοιπων πολιτικών δραμάτων του φθινοπώρου, από τις σπασμωδικές ενέργειες της κυβέρνησης έως την κίνηση επιστροφής της ΔΗΜΑΡ στην αρχική κομματική ΣΥΡΙΖΑίικη κοιτίδα της, η οποία δίνει πιθανότατα τέλος στις ελπίδες της συγκυβέρνησης για εκλογή ΠτΔ χωρίς κάλπες. Αν σκεφτούμε από πού ξεκίνησε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2010 και πόσο κολλημένα έμειναν για δύο χρόνια τα ποσοστά του, μιλάμε για κοσμογονικό πολιτικό γεγονός – εξ ου κι έχει ενδιαφέρον να σκαλίσουμε εκ νέου τα στοιχεία της κοινωνικής παλίρροιας που το παρήγαγαν.
Ξεχωρίζω 2X2 απόψεις: από μία για την κάθε πλευρά που παίζει στο παιχνίδι της πολιτικής επικοινωνίας, κι άλλες δύο, λιγότερο πολιτικά επικαθορισμένες, που αφηγούνται παραπλήσιες ιστορίες σε δύο παραλλαγές.
Η μία άποψη, η επίσημη θέση του ΣΥΡΙΖΑ, υποστηρίζει ότι η παλίρροια που τον ανεβάζει οφείλεται στο ότι η ατζέντα του κόμματος κέρδισε την υποστήριξη της κοινωνίας. Η θέση αυτή εκφράστηκε διά στόματος Αλέξη Τσίπρα την περασμένη εβδομάδα στο ανώτατο κομματικό όργανο και εστιάζει στις κινητοποιήσεις για τη ΔΕΗ και τους αιγιαλούς και για τις εξαιρετικές, πειστικές κ.λπ. εξαγγελίες στη ΔΕΘ.
Δεν επαληθεύεται όμως από τα στοιχεία της περιοδικής Έρευνας Πολιτικής Συγκυρίας της Public Issue. Τον Ιούλιο, περίοδο των κινητοποιήσεων για τη ΔΕΗ και τους αιγιαλούς, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ πολιτευόταν με την παραδοσιακή του ατζέντα υπεράσπισης των δημόσιων αγαθών, σημείωσε δραματική πτώση της δημοτικότητάς του (κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες), μεγαλύτερη από την αντίστοιχη πτώση της Ν.Δ. (6 μονάδες).
Αναλόγως αντιφατική ήταν κι η εικόνα τον Σεπτέμβριο μετά τη ΔΕΘ: η δυσπιστία της κοινωνίας προς τον ΣΥΡΙΖΑ παρέμενε μεγάλη (αρνητική δημοτικότητα 52%), παρότι εκδηλωνόταν ισχυρό εκλογικό ρεύμα υπέρ του (εκλογική επιρροή 45%). Η θέση Τσίπρα είναι ένα κατά συνθήκη ψεύδος – χρήσιμο για να αποφεύγουμε τις δύσκολες εσωκομματικές συζητήσεις αναφορικά με τις αντιφάσεις που προκύπτουν από τον πρόσφατο αναπροσανατολισμό της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τη φορολογία.
Η δεύτερη, μια ανοιχτά φιλοκυβερνητική άποψη, θεωρεί τη δυναμική αυτοδυναμίας του ΣΥΡΙΖΑ προϊόν της παροχολογίας Τσίπρα στη ΔΕΘ: ο λαϊκιστής επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης τα υποσχέθηκε όλα σε όλους και η ελληνική κοινωνία πίστεψε τα ψέματά του, λέει... Υπάρχει βαθμός αλήθειας σε αυτήν τη θέση: η διακήρυξη της δυνατότητας συμβιβασμού ανάμεσα στις υψηλές δημόσιες δαπάνες και τη μείωση της φορολογίας, αντιπροσωπεύει μια άσκηση εξίσου αδύνατη όσο η κατάργηση του μνημονίου με έναν νόμο κι ένα άρθρο. Υπάρχει όμως και βαθμός ψεύδους: όταν λέμε ότι οι ψηφοφόροι ρέπουν προς τα παραμύθια το λέμε για να τους απαξιώσουμε και να μην αναγνωρίσουμε πως μια κοινωνία που και δυσπιστεί προς τον ΣΥΡΙΖΑ και δηλώνει ότι θα τον ψηφίσει, μας φωνάζει «αποτύχατε, μαζεύτε τα, φύγετε». Κατά τα στοιχεία της Public Issue, το εκλογικό ρεύμα προς τον ΣΥΡΙΖΑ αναπτύσσεται παράλληλα με τη θραύση των δεσμών εκπροσώπησης της Ν.Δ. με τα παραδοσιακά κοινά της και την κυριαρχία της πίστης ότι το κόμμα του κ. Σαμαρά εκπροσωπεί μόνο ελάχιστα οικονομικά συμφέροντα.
Η τρίτη άποψη λέει ότι «η αυτοδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ είναι ο ΕΝΦΙΑ», «ο πόθος εξαφάνισης του ανορθολογικού και ληστρικού φόρου που υπερισχύει οποιουδήποτε προγραμματικού λόγου, οποιασδήποτε λογικής, ψύχραιμης, πολιτικής πρόσληψης».
Τίποτα πιο εύστοχο από αυτήν τη διατύπωση, διά χειρός του καθηγητή του ΕΜΠ Δημήτρη Σεβαστάκη: ήταν εύλογο ότι ο ΕΝΦΙΑ, ένας -σχεδόν κομμουνιστικού τύπου, λέγεται- δημευτικός φόρος, ως μέτρο ενός προγράμματος που ομνύει στις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, επιβαλλόμενος πάνω σε μια υπό πτώχευση κοινωνία, θα συνήγειρε τεράστιο κοινωνικό δυναμικό αντίδρασης. Ο ΣΥΡΙΖΑ, που όταν ψηφιζόταν ο ΕΝΦΙΑ ασχολούνταν με το τελικό λουκέτο στην ΕΡΤ, έπιασε με καθυστέρηση τα κοινωνικά αντανακλαστικά, καβάλησε το ρεύμα κοινωνικής αντίδρασης ενάντια στον μισητό φόρο και το προσεταιρίστηκε.
Η τέταρτη άποψη θεωρεί, τέλος, το κοινωνικό ρεύμα που ανεβάζει τον ΣΥΡΙΖΑ κίνηση εκδίκησης ενός κομματιού των μεσοστρωμάτων για το δυσβάστακτο άχθος της φοροαφαίμαξης, η οποία, ελλείψει μεταρρυθμίσεων στη λειτουργία του κράτους, κατέληξε να αποτελεί τη μοναδική ατζέντα και την κεντρική πολιτική της συγκυβέρνησης.
Η απειλή του ΕΝΦΙΑ για τη μικρομεσαία ακίνητη περιουσία, η φορολογία των ΕΕ από το πρώτο ευρώ επί τεκμαρτών εισοδημάτων, που καθιστά αδύνατο το ελεύθερο επάγγελμα για τους «μη πετυχημένους» και τη νέα γενιά, η τιμωρία των εξωπραγματικών τεκμηρίων στα μεγάλα αυτοκίνητα, η κατάργηση των κατώτατων ορίων προϋπολογισμού στα δημόσια έργα που αλλάζει τους όρους ανταγωνισμού προς όφελος των μεγάλων του κλάδου, είναι μερικά από τα στοιχεία που μετασχηματίζουν δραστικά την ψήφο των μεσοστρωμάτων.
Η δυναμική αυτοδυναμίας ΣΥΡΙΖΑ, κατά πώς διαπίστωσε ο διευθυντής της Public Issue Γ. Μαυρής, προέρχεται από μια μαζική εισροή ψηφοφόρων από το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ (5 μονάδες του εθνικού σώματος), αλλά και από τη Ν.Δ. (4 μονάδες).
Η σπάνια αυτή διαπαραταξιακή μετατόπιση ξενίζει μεν, γίνεται κατανοητή δε αν λάβουμε υπόψη μας ότι η βραχυπρόθεσμη και μεσοπρόθεσμη ερημοποίηση της ελληνικής οικονομίας στην οποία οδηγεί η πολιτική της συγκυβέρνησης όχι μόνον εξαλείφει εδώ και τώρα τους οικονομικούς όρους αναπαραγωγής της μεσαίας τάξης αλλά και εγγυάται τη φορολογική αποστράγγιση των συσσωρευμένων αποθεμάτων της, άρα αποκλείει τη συμμετοχή της σε έναν νέο κύκλο ανάπτυξης – στο μέλλον, και όποτε... Μετά τον οικονομικό θάνατο του εργαζόμενου του ιδιωτικού τομέα, η απειλή του οικονομικού θανάτου πίπτει επί του μικρομεσαίου στοιχείου.
Κι αυτό τείνει να συμμαχήσει με έναν ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος υιοθετεί θέσεις της ΓΣΕΒΕΕ και κινείται δειλά προς την αναγνώριση του αδιεξόδου στο οποίο έχουν περιέλθει όσοι δεν παίρνουν, αλλά βάζουν χρήματα στα δημόσια ταμεία.
Παρ' όλα αυτά υπάρχει ένα στοιχείο ιστορικού παραδόξου στην κοινωνική παλίρροια που ανεβάζει το ΣΥΡΙΖΑ – και μάλιστα διπλό: Είναι παράδοξη η στροφή μέρους της μεσαίας τάξης προς ένα κόμμα που, παρά την εξελισσόμενη μετάλλαξή του, διατηρεί τη σφραγίδα της ριζοσπαστικής αριστεράς. Είναι παράδοξη κι η απόκτηση δυναμικής αυτοδυναμίας στο όνομα της αντίστασης στο φοροκυνηγητό από τον ΣΥΡΙΖΑ – το κόμμα που επιμένει στο σφάλμα της διατήρησης της θεμελιώδους οικονομικής δυσαρμονίας ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, η οποία βρίσκεται πίσω από τις παρούσες φοροαφαιμακτικές πρακτικές. Υπάρχει αρκετός κόσμος στο ΣΥΡΙΖΑ, ανάμεσά τους και κορυφαία στελέχη από το οικονομικό επιτελείο όπως ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, που έχουν συνείδηση αυτού του διπλού παραδόξου και προβληματίζονται αν και πώς ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορέσει να το διαχειριστεί. Δεν θα μπορέσει – αν δεν αποδεχτεί ότι ο ιδιωτικός τομέας δεν είναι σε θέση να καλύψει τα σημερινά επίπεδα δημοσίων δαπανών και πρέπει να ανοίξει η συζήτηση για το τι πρέπει να χρηματοδοτούμε στο εξής και τι όχι. Αυτή είναι και η πραγματική αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ, όχι τα σενάρια περί Ευρώπης, στα οποία αναλώνεται ο φιλοκυβερνητικός λόγος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου