Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

Αντί για νέα Ελλάδα, νέα ελληνική κρίση;

Αντί για νέα Ελλάδα, νέα ελληνική κρίση;
Αντί για Νέα Ελλάδα – Νέα ελληνική κρίση;


Πάνος Παναγιώτου
  Το 2010, μετά το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης και πριν το πρώτο Μνημόνιο, δημοσίευσα ένα μοντέλο για την «Πρόβλεψη του απρόβλεπτου ΧΑ της κρίσης», το οποίο και παρουσίασα μερικούς μήνες αργότερα στο 8ο Πανελλήνιο Επενδυτικό Συνέδριο στην Αθήνα όπου είχα την τιμή να βραβευτώ.
Η κύρια θέση του μοντέλου ήταν πως στην Ελλάδα της κρίσης η θεμελιώδης αρνητική σχέση μεταξύ μετοχών και μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων θα αντιστρεφόταν καθώς τα ομόλογα θα μετατρέπονταν από επένδυση χαμηλού ρίσκου σε επένδυση υψηλού ρίσκου. Με άλλα λόγια, όποιος ήθελε να προβλέψει την πορεία του Γενικού Δείκτη του Χρηματιστηρίου Αθηνών δεν είχε παρά να χρησιμοποιήσει ως οδηγό το επιτόκιο των 10ετών ελληνικών ομολόγων και να ποντάρει στην αντίθετη από αυτά κατεύθυνση.
2009_2014_ATG_10yr
Σε μία χώρα χωρίς πρόβλημα βιωσιμότητας του χρέους και με αδιατάραχτη την ικανότητα χρηματοδότησης της από τις αγορές κεφαλαίων, τα κρατικά ομόλογα θεωρούνται επένδυση χωρίς ρίσκο ενώ οι μετοχές επένδυση με ρίσκο.
Σε μία τέτοια χώρα, όταν το διεθνές και το εγχώριο χρηματοοικονομικό περιβάλλον είναι θετικό και οι επενδυτές βρίσκονται προς αναζήτηση υψηλών αποδόσεων και είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν το προκύπτον από αυτήν την αναζήτηση ρίσκο, αγοράζουν τις μετοχές της και πουλούν τα ομόλογα της. Το αποτέλεσμα είναι οι τιμές των μετοχών να αυξάνονται και οι τιμές των ομολόγων να μειώνονται. Όταν αυτή η κατάσταση μετατρέπεται από θετική σε αρνητική και οι επενδυτές αναζητούν ασφαλή καταφύγια για τα κεφάλαια τους, τότε αγοράζουν κρατικά ομόλογα μηδενικού ρίσκου και πουλούν μετοχές.
Σε μία χώρα, ωστόσο, όπου προκύπτει πρόβλημα βιωσιμότητας του χρέους της και όπου η ικανότητα χρηματοδότησης της από τις αγορές διαταράσσεται, όπως συνέβη με την Ελλάδα το 2010, οι επενδυτές πουλούν αδιάκριτα τόσο τα ομόλογα όσο και τις μετοχές της, ασχέτως με το αν το διεθνές χρηματοοικονομικό περιβάλλον είναι θετικό ή αρνητικό.
Προκειμένου μία τέτοια χώρα να αποκαταστήσει αυτήν την χρηματοοικονομική ανωμαλία θα πρέπει πρώτα να λύσει το πρόβλημα βιωσιμότητας του χρέους της οπότε το νέο χρέος που θα επιχειρήσει να εκδώσει, να εκτιμηθεί από τις αγορές ως χαμηλού ή μηδενικού ρίσκου και να αρχίσει να προσελκύει κεφάλαια που αναζητούν επενδύσεις τέτοιας φύσης.
Για να φτάσουν όλα τα παραπάνω να γίνουν πράξη, θα πρέπει πρώτα να υπάρξει από τους πολιτικούς η αναγνώριση ότι το χρέος της χώρας είναι μη βιώσιμο, ώστε να προχωρήσουν στις απαραίτητες ενέργειες για να το μετατρέψουν σε βιώσιμο.
Όμως, στην Ελλάδα του 2010 τόσο η τότε κυβέρνηση όσο και η τότε αντιπολίτευση αρνούνταν το πρόβλημα βιωσιμότητας του χρέους και υποστήριζαν ότι υπήρχε μόνο πρόβλημα ρευστότητας. Αυτή η άρνηση αποδοχής της πραγματικότητας έγινε με τη συγκατάθεση και την προτροπή της Τρόικας και οδήγησε στη με καθυστέρηση δύο ετών αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Στο μεσοδιάστημα και όπως ακριβώς προέβλεπε το μοντέλο, ελληνικές μετοχές και ελληνικά ομόλογα ξεπουλήθηκαν παράλληλα.
Η αναδιάρθρωση του 2012 και η υπόσχεση για οριστική επίλυση της βιωσιμότητας του χρέους μετά την επίτευξη δημοσιονομικού πλεονάσματος μείωσε το ρίσκο πτώχευσης της Ελλάδας, ειδικά καθώς το νέο απόθεμα του εκπεφρασμένου σε κρατικά ομόλογα χρέους της μειώθηκε από τα 324 δις ευρώ το 2010 σε, περίπου, 20 δις ευρώ το 2012, με το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό του χρέους της να αποτελεί πλέον δάνεια από την ΕΕ και το ΔΝΤ.
Αυτή η εξέλιξη, σε συνδυασμό με το ότι: α) το διεθνές χρηματοοικονομικό περιβάλλον ήταν πολύ θετικό και οι επενδυτές αναζητούσαν υψηλές αποδόσεις, β) οι τιμές των ελληνικών ομολόγων και των ελληνικών μετοχών ήταν εξαιρετικά χαμηλές μετά από δυόμιση χρόνια κατάρρευσης και γ) η διαρροή της πρόθεσης της νεοεκλεγείσας στα μέσα του 2012 ελληνικής κυβέρνησης να επαναγοράσει ελληνικά ομόλογα πρόσφερε μίας πρώτης τάξεως ευκαιρία σε επενδυτικά κεφάλαια να τα αγοράσουν χαμηλά για να τα πουλήσουν στην Ελλάδα υψηλότερα – λειτούργησε ως πόλος έλξης περιορισμένων μεν κεφαλαίων αλλά αρκετών για να ρίξουν τα επιτόκια των 10ετών ομολόγων και να ανεβάσουν τις ελληνικές μετοχές.
Βαδίζοντας στο 2014, η πρόσκαιρη αυτή ευφορία άρχισε να ραγίζει καθώς τόσο η ΕΕ όσο και η ελληνική κυβέρνηση απομακρύνθηκαν από τον αρχικό σχεδιασμό τους για οριστική και ουσιαστική επίλυση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους με αξιωματούχους της κυβέρνησης, μάλιστα, να υιοθετούν μία παρόμοια στάση άρνησης με αυτήν των πολιτικών το 2010, υποστηρίζοντας ότι το χρέος είναι βιώσιμο.
Στη συνέχεια τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο περίεργα, καθώς η ελληνική κυβέρνηση οργάνωσε μία καθ’ όλα επισφαλή μερική έξοδο στις αγορές, υποστηρίζοντας , μάλιστα ότι έτσι θα χειραγωγούσε την καμπύλη των ομολόγων και θα πετύχαινε επιπλέον και μείωση του κόστους δανεισμού με έντοκους τίτλους κάτι που μόνο βραχυπρόθεσμη διάρκεια ζωής θα μπορούσε να έχει.
Αυτή η χρηματοοικονομική και μακροοικονομική στρατηγική της κυβέρνησης ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη και πολύ μεγάλου ρίσκου, καθώς αγνόησε τον ελέφαντα στο δωμάτιο, δηλαδή το ότι χρέος παρέμενε στο 175% του ΑΕΠ, δεύτερο μεγαλύτερο ως ποσοστό του ΑΕΠ διεθνώς και προφανώς μη βιώσιμο μακροπρόθεσμα.
Επιπλέον, έλαβε υπόψη της μόνο το ‘optimum’ και συνάμα το πιο απίθανο σενάριο, δηλαδή ότι τα επιτόκια των ομολόγων θα παραμείνουν χαμηλά και το κυριότερο χωρίς αστάθεια, παρά το γεγονός ότι το μείζον πρόβλημα του υπέρογκου χρέους παρέμενε άλυτο.
Όμως μία σοβαρή κυβέρνηση ακόμη και αν ελπίζει για το καλύτερο σενάριο πρέπει να ξεκινά το χρηματοοικονομικό και μακροοικονομικό σχεδιασμό της από το χειρότερο και να έχει την ικανότητα να προβλέπει το πιθανότερο, κάτι που προφανώς η ελληνική κυβέρνηση απέτυχε να πράξει.
Ως αποτέλεσμα, μόλις το διεθνές χρηματοοικονομικό σκηνικό άλλαξε και από τη φάση ‘risk on’ πέρασε σε αυτήν του ‘risk off’, οι αγορές άρχισαν να πουλούν ρίσκο και να αγοράζουν ασφάλεια και έτσι πούλησαν μετοχές και ομόλογα υψηλού ρίσκου και αγόρασαν ομόλογα μηδενικού ρίσκου και ασφάλιστρα αστάθειας.
Αυτό συνέβη παγκοσμίως και αποτυπώθηκε στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη στο ταμπλό των χρηματιστηρίων μετοχών, στην κατάρρευση των ομολόγων υψηλής απόδοσης και χαμηλής πιστοληπτικής βαθμολογίας και στην άνοδο των κρατικών ομολόγων με ταυτόχρονη πτώση των αποδόσεων τους.
Με τα ελληνικά ομόλογα να έχουν πολύ χαμηλή πιστοληπτική βαθμολογία και να συγκαταλέγονται στην κατηγορία περιουσιακών στοιχείων υψηλού ρίσκου, ήταν αναπόφευκτο να ακολουθήσει η πώληση τους και έτσι οι αποδόσεις τους να εκτιναχτούν. Και όπως ακριβώς προβλέπει το μοντέλο στο οποίο αναφέρθηκα παραπάνω οι ελληνικές μετοχές ξεπουλήθηκαν.
Όλα αυτά δεν αποτελούν πυρηνική φυσική αλλά απλούς κανόνες των αγορών τους οποίους η κυβέρνηση με όλα τα επιφανή στελέχη της θα έπρεπε να γνωρίζει και έτσι να έχει σχεδιάσει σωστά τις κινήσεις της. Αν’ αυτού προέβη σε λάθος σχεδιασμό και τώρα προσπαθεί να αποποιηθεί των ευθυνών της κατηγορώντας το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι... την αντιπολιτεύεται και έτσι προκαλεί πολιτική αστάθεια και επομένως ανεβάζει τις αποδόσεις των ομολόγων και ρίχνει το χρηματιστήριο.
Αν πραγματικά πιστεύει αυτά που υποστηρίζει, τότε η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει, όντως, ιδέα από το πώς λειτουργούν οι αγορές και αυτό σε μία χώρα στην κατάσταση της Ελλάδας είναι μία αυτοκτονική αναπηρία. Αν πάλι δεν τα πιστεύει και ό,τι λέει εντάσσεται στο επικοινωνιακό της παιχνίδι τότε θα πρέπει να αναγνωρίσει, έστω και σιωπηρά, το λάθος της και να αλλάξει άμεσα σχεδιασμό, θέτοντας ως άμεση προτεραιότητα την οριστική και ουσιαστική λύση του προβλήματος βιωσιμότητας του χρέους ώστε αυτό να αναβαθμιστεί σε επενδυτικό προϊόν.
Ειδάλλως, αντί για τη Νέα Ελλάδα που υποσχέθηκε θα φέρει τη χώρα αντιμέτωπη με μία νέα ελληνική κρίση.
Πάνος Παναγιώτου
Διευθυντής ΕΚΤΑ



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου