Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Δύσκολη μάχη Τσίπρα με τον... Αλέξη και τον Βαγγέλη Του Σταύρου Λυγερού.

Δύσκολη μάχη Τσίπρα με τον... Αλέξη και τον Βαγγέλη 




Του  Σταύρου Λυγερού.

Μετράει ρήγµατα στην εκλογική δεξαμενή της η Κουµουνδούρου όχι µόνο από τους «προδοµένους» της Αριστεράς, αλλά και από τους εκλογικούς πρόσφυγες του «Οχι»
Όταν ο πρωθυπουργός και οι επιτελείς του σχεδίαζαν την προσφυγή στις κάλπες, θεωρούσαν ότι θα κάνουν εκλογικό περίπατο. Η πεποίθησή τους αυτή πήγαζε από το εντυπωσιακό 61,3% του δηµοψηφίσµατος, όταν ο κ. Αλέξης Τσίπρας, κόντρα στο σύνολο του παλαιού πολιτικού συστήµατος, στο σύνολο της οικονοµικής ολιγαρχίας και των κατεστηµένων ΜΜΕ, είχε φανεί ως ο απόλυτος κυρίαρχος της πολιτικής σκηνής.

Με αυτή την πεποίθηση ως βάση η Κουµουνδούρου είχε θεωρήσει δεδοµένη την πρωτιά και το πριµ των 50 εδρών. Γι’ αυτό και έκανε ένα βήµα παραπέρα, θέτοντας ως στόχο την αυτοδυναµία και δηλώνοντας ότι δεν πρόκειται να συνεργαστεί µε άλλο κόµµα πέρα από τους Ανεξάρτητους Ελληνες.
Οι δηµοσκοπήσεις απέδειξαν ότι για µία ακόµα φορά η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έπεσε έξω, επιβεβαιώνοντας την αδυναµία της να εκτιµάει σωστά τις καταστάσεις. Η αλήθεια είναι ότι στην ίδια λανθασµένη εκτίµηση µε το Μαξίµου είχε καταλήξει και το ευρωιερατείο. Γι’ αυτό και µετά το ηχηρό «Οχι» είχε θεωρήσει ότι δεν µπορούσε να υπάρξει λύση στο ελληνικό πρόβληµα χωρίς τον κ. Τσίπρα, έστω κι αν για λόγους προφανούς σκοπιµότητας δεν το οµολογούσαν δηµοσίως.
Αυτό που δεν είχαν κατανοήσει ούτε στο Μαξίµου ούτε στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ήταν ότι το «Οχι» δεν αντανακλούσε κάποια µαγική προσωπική επιρροή του κ. Τσίπρα αλλά τη διάχυτη πρόθεση της µεγάλης πλειονότητας των Ελλήνων να απορρίψουν τις µνηµονιακές πολιτικές και µαζί µε αυτές τις παλαιές άρχουσες ελίτ που έριξαν τη χώρα στα βράχια. Είναι αληθές ότι η υπογραφή της συµφωνίας µε τους δανειστές στις 13 Ιουλίου είχε γίνει δεκτή από την κοινή γνώµη µε αναστεναγµό ανακούφισης λόγω του σοκ που είχαν προκαλέσει το κλείσιµο των τραπεζών και οι κεφαλαιακοί έλεγχοι.
 Όταν, όµως, άρχισε να αποκαθίσταται η οικονοµική οµαλότητα, το κέντρο βάρους της διάθεσης των πολιτών άρχισε κι αυτό σταδιακά να µετατοπίζεται. Παρά τη µνηµονιακή στροφή του Τσίπρα, το 38,7% που στο δηµοψήφισµα ψήφισε «Ναι» δεν τον έχει συγχωρέσει για την περιπέτεια στην οποία -θεωρεί ότι - έβαλε την Ελλάδα. Ούτε τον εµπιστεύεται να κυβερνήσει, παρά το γεγονός ότι η ασφυκτική εποπτεία των θεσµών αντιπροσωπεύει γι’ αυτή την κατηγορία ψηφοφόρων µία εγγύηση οµαλότητας.

Του γυρίζουν την πλάτη

Αυτό πρακτικά σηµαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει να περιµένει αξιόλογες εισροές από αυτή τη δεξαµενή. Πρόκειται κυρίως για ανώτερα και µεσαία αστικά στρώµατα, τα οποία απέχουν πολύ έως αρκετά από τον γκρεµό και θεωρούν τυχοδιωκτισµό ακόµα και την ιδέα της αντιπαράθεσης µε τους θεσµούς. Αυτά τα στρώµατα, δεξιάς, κεντροδεξιάς, αλλά και κεντροαριστερής ιδεολογικής προέλευσης, έχουν από το 2012 συσπειρωθεί πρωτίστως γύρω από τη Ν.∆. και, δευτερευόντως, γύρω από το Ποτάµι, ενώ κάποιοι παραµένουν για λόγους αδράνειας στο ΠΑΣΟΚ. Προτιµούν τη Ν.∆. όχι τόσο επειδή έλκονται πολιτικά από αυτήν, όσο επειδή τη θεωρούν αντίρροπη δύναµη και ανάχωµα στην επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι ακριβώς αυτά τα αστικά στρώµατα που, από κοινού µε τον σκληρό πυρήνα των παραδοσιακών δεξιών ψηφοφόρων, κράτησαν τη Ν.∆. στο 28% στις προηγούµενες εκλογές. Οι δύο αυτές κατηγορίες ψηφοφόρων δεν ήταν επαρκείς αριθµητικά τον Ιανουάριο, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ κάλπαζε. Σήµερα, όµως, είναι ικανές να επαναφέρουν τη Ν.∆. στο παιχνίδι, κυρίως λόγω της πολιτικοεκλογικής φθοράς του αντιπάλου της.
Μπορεί οι εµφανείς απώλειες να είναι η απόσχιση της Αριστερής Πλατφόρµας και η ίδρυση της ΛΑΕ του κ. Λαφαζάνη, ωστόσο το κόµµα του κ. Τσίπρα χάνει και σε άλλα επίπεδα. Ως µηχανισµός ο ΣΥΡΙΖΑ έχει σε µεγάλο βαθµό αποδοµηθεί από το κύµα των παραιτήσεων και αποχωρήσεων στελεχών σε όλη την κλίµακα της κοµµατικής πυραµίδας που έχει προκαλέσει η µνηµονιακή στροφή. Αλλά και όσοι παραµένουν, παραµένουν µε µισή καρδιά και χωρίς πολιτικό ηθικό εν όψει τη εκλογικής µάχης. Αυτό ισχύει και για µία σηµαντική µερίδα των παραδοσιακών ψηφοφόρων, οι οποίοι ακόµα κι όταν δεν εγκαταλείπουν το κόµµα τους δυσκολεύονται πολύ να υπερασπιστούν τις επιλογές της ηγεσίας στους κοινωνικούς χώρους όπου κινούνται.
 Το ακόµα χειρότερο για την Κουµουνδούρου είναι ότι σηµειώνονται και µεγάλα ρήγµατα στους ψηφοφόρους, οι οποίοι προσέγγισαν τον ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2012 και του Ιανουαρίου. Αυτοί οι ψηφοφόροι ήταν κατά κανόνα κεντροαριστεροί στην ιδεολογία, πρώην ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, αλλά και κεντροδεξιοί πρώην ψηφοφόροι της Ν.∆., οι οποίοι κατά κανόνα βρέθηκαν λόγω µνηµονίου ή στον γκρεµό ή στο χείλος του. Κατέφυγαν στον ΣΥΡΙΖΑ όχι επειδή άλλαξαν ιδεολογία και αποδέχθηκαν τις αντιλήψεις του, αλλά ως εκλογικοί πρόσφυγες. Τον ψήφισαν προσδοκώντας ότι θα κάνει πράξη την υπόσχεσή του να τερµατίσει τις καταστροφικές γι’ αυτούς µνηµονιακές πολιτικές των κυβερνήσεων Παπανδρέου, Παπαδήµου και Σαµαρά.

Πολιτική απαξίωση

Η στροφή του κ. Τσίπρα έχει οδηγήσει αρκετούς εξ αυτών να πάρουν αποστάσεις. Ο βαθµός ιδεολογικής, πολιτικής και συναισθηµατικής ταύτισής τους µε τον ΣΥΡΙΖΑ, άλλωστε, είναι χαµηλός. ∆εν συγκρίνεται µε τον βαθµό ταύτισης που είχαν οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ και της Ν.∆. µε τα κόµµατά τους πριν την κρίση. Το γεγονός αυτό διευκολύνει την αποµάκρυνσή τους από το κόµµα του ΣΥΡΙΖΑ.
Οσο γρήγορα πήγαν σ’ αυτόν άλλο τόσο γρήγορα µπορούν και να τον εγκαταλείψουν. Με άλλα λόγια, ενώ η σηµερινή εκλογική βάση της Ν.∆. εµφανίζει ανθεκτικό κάτω φράγµα, δεν ισχύει το ίδιο για τη σηµερινή εκλογική βάση του αντιπάλου της. Ο βασικός λόγος που ο υποτιθέµενος εκλογικός περίπατος αποδεικνύεται αµφίρροπη µάχη είναι οι εκλογικές διαρροές του ΣΥΡΙΖΑ και όχι οι όποιες αρχηγικές ικανότητες ή η προεκλογική τακτική του κ. Μεϊµαράκη.
 Οσο κι αν εκ πρώτης όψεως εµφανίζεται αντιφατικό, η µνηµονιακή στροφή του κ. Τσίπρα, ενώ προκάλεσε αναστεναγµό ανακούφισης στην κοινή γνώµη, ταυτοχρόνως δροµολόγησε την οργανωτική αποδόµηση, την πολιτική απαξίωση και την εκλογική συρρίκνωση του κόµµατός του. Κι αυτό επειδή ακύρωσε σε µεγάλο βαθµό την κύρια αιτία που εκτόξευσε τον ΣΥΡΙΖΑ από ένα τυπικό µικρό αριστερό κόµµα διαµαρτυρίας σε κυβερνητικό κόµµα.
Οι δικαιολογίες της Κουµουνδούρου περί απειρίας κ.λπ., όπως και η ρητορική για τον πρωθυπουργό που διαπραγµατεύτηκε σκληρά µέχρι το τέλος έχουν ακόµα ακροατήριο. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισµό του κ. Τσίπρα ότι η δική του κυβέρνηση µπορεί να εξασφαλίσει την εφαρµογή του µνηµονίου µε δικαιότερο τρόπο όσον αφορά στην κατανοµή των βαρών.
Κανένα από αυτά τα επιχειρήµατα, όµως, δεν φαίνονται από µόνα τους ικανά να αντιστρέψουν το αρνητικό κλίµα. Αυτό καταγράφεται στις δηµοσκοπήσεις, αλλά καταγράφεται και στην πολιτική αµηχανία την οποία εκπέµπει η γλώσσα του σώµατος τόσο του κ. Τσίπρα όσο και των στελεχών του.
Προφανώς ο ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχίσει να είναι µεγάλο κόµµα αφενός λόγω εκλογικής αδράνειας, αφετέρου επειδή δεν υπάρχει στην πολιτική σκηνή εναλλακτική λύση.
∆εν πρόκειται, όµως, να ανακτήσει ποτέ τα δύο πλεονεκτήµατα που του φούσκωσαν τα εκλογικά πανιά και του εξασφάλισαν τη νίκη στις προηγούµενες εκλογές. Πρώτον, το γεγονός ότι δεν είχε κυβερνήσει, δεύτερον, την επαγγελία ότι θα απελευθέρωνε την κοινωνία από τα δεσµά του µνηµονίου σε συνθήκες οµαλότητας.

Xωρίς σχέδιο

Στην περίπτωση πρωτιάς της Ν.∆. η κυβερνητική συνεργασία µε Ποτάµι και ΠΑΣΟΚ θα είναι µονόδροµος. Εάν κερδίσει ο ΣΥΡΙΖΑ, θα ζητήσει σύµπραξη µε Ποτάµι και ΑΝ.ΕΛ., εάν µπουν στη Βουλή, αλλιώς ο Τσίπρας θα υποχρεωθεί να συνεργαστεί και µε το ΠΑΣΟΚ. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ευθύνεται, βεβαίως, για την πρόσκρουση της Ελλάδας στα βράχια. Η επτάµηνη κυβερνητική θητεία του, ωστόσο, έδειξε και στους ψηφοφόρους του ότι ο κ. Τσίπρας και οι περισσότεροι υπουργοί του κυβέρνησαν µε αυταπάτες και χωρίς πολιτικό σχέδιο. Η εικόνα µαθητευόµενων µάγων «στου κασίδη το κεφάλι» σε µία εξαιρετικά κρίσιµη συγκυρία δεν ήταν ό,τι καλύτερο. Εξ ου και οι εκλογικές διαρροές. Το προεκλογικό σύνθηµα περί νέου και παλιού είναι πολύ γενικό για να έχει δραστική απήχηση στο εκλογικό σώµα. Είναι προφανές ότι η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών αποστρέφεται περισσότερο ή λιγότερο το παλαιό πολιτικό σύστηµα. Αυτός, ωστόσο, δεν είναι από µόνος του ικανός λόγος να δηµιουργήσει ρεύµα υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, όταν οι αντιφάσεις και οι υπαναχωρήσεις του είναι πολλές και κραυγαλέες.
Του  Σταύρου Λυγερού.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου