Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Προσγείωση στο 3ο Μνημόνιο και η αναδιάρθρωση του χρέους Του Σταύρου Λυγερού

Προσγείωση στο 3ο Μνημόνιο και η αναδιάρθρωση του χρέους 




Του  Σταύρου Λυγερού

«Τα ψέματα τελείωσαν. Κερδίσαμε εκλογές, διαπραγματευτήκαμε για μήνες, κάναμε δημοψήφισμα με θριαμβευτικό αποτέλεσμα, υπογράψαμε και ψηφίσαμε νέο Μνημόνιο και ο λαός μας ξανάδωσε εντολή με εντυπωσιακή διαφορά. Τώρα περιμένει από μας και να κυβερνήσουμε». Η ατάκα ανήκει σε υπουργό και συνοψίζει εύστοχα την κατάσταση.

Από θεσμικής απόψεως, η κυβέρνηση Τσίπρα είναι παντοδύναμη. Η κοινοβουλευτική της πλειοψηφία δεν είναι μεγάλη, αλλά είναι ευσταθής, επειδή έχει τις πολιτικές προϋποθέσεις να διευρυνθεί. Το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι, η Ένωση Κεντρώων είναι δυνάμει εφεδρείες για την υλοποίηση του 3ου Μνημονίου. Εάν χρειασθεί, μάλιστα, θα κατέβει από το ράφι και το σενάριο του μεγάλου συνασπισμού με τη ΝΔ.

Στη συζήτηση επί των προγραμματικών δηλώσεων, τα ανωτέρω κόμματα της αντιπολίτευσης ύψωσαν κατακόρυφα του τόνους της κριτικής, με στόχο να φορτώσουν όλο το κόστος από το επερχόμενο τσουνάμι των επώδυνων μέτρων στην κυβέρνηση. Οι κάλπες, άλλωστε, τους έδειξαν πως η τακτική της συναίνεσης τους έβλαψε εκλογικά.
Οι υψηλοί τόνοι, ωστόσο, δεν μπορούν να ακυρώσουν το γεγονός ότι ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι όχι μόνο υπερψήφισαν το 3ο Μνημόνιο, αλλά και σ’ όλο το προηγούμενο διάστημα εμφανίζονταν μνημονιακότεροι του ΣΥΡΙΖΑ. Γι’ αυτό και είναι αντιφατική και μη πειστική η τωρινή προσπάθειά τους να πάρουν αποστάσεις από τις συνέπειες (και) της δικής τους ψήφου, δηλαδή από την υλοποίηση των μνημονιακών δεσμεύσεων.
Μπορούν να κατηγορήσουν και δικαίως τον Τσίπρα για τα πεπραγμένα του επταμήνου, μπορούν ακόμα να ασκήσουν κριτική για τις επιμέρους κυβερνητικές πολιτικές, αλλά μέχρις εκεί. Δεν μπορούν να ασκήσουν στρατηγικού χαρακτήρα αντιπολίτευση, δεδομένου ότι έχουν υπερψηφίσει το 3ο Μνημόνιο που είναι το βασικό πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής στους επίμαχους τομείς.
Μ’ αυτή την έννοια, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι είναι μέσα στο κάδρο. Η σκλήρυνση της ρητορικής τους δεν πρόκειται να τους βγάλει από αυτό όσο κι αν το επιδιώκουν. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η αντιπολίτευση έχει πολιτικά μεγάλη δυσκολία να αποδομήσει την κυβέρνηση και να κεφαλαιοποιήσει για λογαριασμό της την κοινωνική οργή που αναπόφευκτα θα συσσωρεύει η εφαρμογή των μνημονιακών δεσμεύσεων.

Ο Τσίπρας, λοιπόν, δεν έχει μόνο τον αέρα που εκ των πραγμάτων του εξασφάλισε η εκλογική νίκη του. Έχει και το πλεονέκτημα πως ουσιαστικά παίζει χωρίς αντίπαλο, για την ακρίβεια με πολιτικά αφοπλισμένους αντιπάλους. Επειδή, μάλιστα, βλέπει σωστά ότι το επόμενο διάστημα θα είναι περίοδος μεγάλης δοκιμασίας για την κυβέρνησή του, επιχειρεί να σπάσει το άτυπο μέτωπο των δύο μικρότερων κομμάτων του ενδιάμεσου χώρου (ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι) με τη ΝΔ στο όνομα του στερεότυπου της συμπόρευσης των προοδευτικών δυνάμεων.
Η πίεση που τους ασκεί («εάν συνεχίσουν να είναι ουρά της ΝΔ, κακό του κεφαλιού τους») δεν φέρνει προς το παρόν αποτελέσματα. Κι αυτό, επειδή και το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι είναι απρόθυμα να φορτωθούν ένα καταλυτικό πολιτικό κόστος, χωρίς να έχουν το αντάλλαγμα της συμμετοχής τους στην κυβερνητική εξουσία.
Προεκλογικά είχαν προεξοφλήσει πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση χωρίς να συνεργασθεί τουλάχιστον με το ένα από αυτά. Θεωρούσαν πως οι ΑΝΕΛ δεν θα έμπαιναν στη Βουλή και πως ακόμα και εάν κατάφερναν να μπουν δεν θα αρκούσαν για να υπάρξει κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Με άλλα λόγια, ανέμεναν νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά όχι τέτοιας έκτασης.
Τον Ιανουάριο, ο Θεοδωράκης είχε προεξοφλήσει πως θα ήταν αυτός ο κυβερνητικός εταίρος του ΣΥΡΙΖΑ. Γι’ αυτό και όταν ο Τσίπρας επέλεξε τον Καμμένο έκανε πολιτικό θόρυβο, καταγγέλλοντας την ανίερη συμμαχία της Αριστεράς με ένα «ακροδεξιό κόμμα». Καταγγελία που επανέλαβαν και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι με πιο κραυγαλέα περίπτωση τον πρόεδρο του Ευρωκοινοβουλίου Σούλτς.
Τώρα, τον πρώτο ρόλο σ’ αυτού του είδους τις επιθέσεις έχει πάρει η Γεννηματά, η οποία προαλειφόταν για κυβερνητικός εταίρος. Τον ρόλο δε του Σουλτς αυτή τη φορά έπαιξε ο επικεφαλής της ευρωομάδας των σοσιαλιστών Πιτέλα. Στις Βρυξέλλες δυσκολεύονται να κατανοήσουν τον λόγο για τον οποίο ο Τσίπρας προτιμάει τον Καμμένο. Δεν κατανοούν ότι είναι ιδανικός εταίρος όχι μόνο επειδή τα έχουν βρει σε προσωπικό επίπεδο, αλλά κυρίως επειδή οι ΑΝΕΛ επιτρέπουν στον ΣΥΡΙΖΑ να κυβερνάει ουσιαστικά σαν να ήταν αυτοδύναμος.

Για το ΠΑΣΟΚ, αλλά και για το τραυματισμένο Ποτάμι, η μόνη ελπίδα που τους έχει απομείνει είναι η κυβέρνηση Τσίπρα να σκοντάψει το επόμενο διάστημα. Εάν συμβεί αυτό θα υποχρεωθεί να ζητήσει τη συμμετοχή τους στο κυβερνητικό σχήμα, οπότε και θα έχουν την πολιτική δυνατότητα να θέσουν τους όρους τους. Μέχρι τότε θα διατηρούν το άτυπο μέτωπο με τη ΝΔ και θα επιχειρούν με επιθετική ρητορική να επιρρίψουν αποκλειστικά στους ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ το αναπόφευκτο και βαρύτατο πολιτικό κόστος από την εφαρμογή των μνημονιακών δεσμεύσεων.

Η τακτική αυτή μπορεί να είναι κατανοητή με όρους εσωτερικής αντιπολιτευτικής σκοπιμότητας, αλλά στις Βρυξέλλες βλέπουν τη μεγάλη εικόνα. Μετά τη μνημονιακή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκουν να τον ενσωματώσουν σταδιακά στους κατεστημένους ευρωπαϊκούς συστημικούς πυλώνες. Εξ ου και η πρόσκληση να συμμετάσχει ως παρατηρητής σε σύνοδο των ευρωσοσιαλιστών. Την ίδια τακτική είχαν ακολουθήσει και με το ΑΚΕΛ, όταν ο Χριστόφιας είχε κερδίσει τις εκλογές.
Οι επαινετικές για τον Τσίπρα δηλώσεις του Ολάντ την περασμένη Τετάρτη, όπως και η επικείμενη επίσκεψή του στην Αθήνα, εγγράφονται στο ίδιο πλαίσιο. Ο Γάλλος πρόεδρος ήταν μαζί με τον Γιούνκερ οι πρωταγωνιστές της μάχης που δόθηκε στους κόλπους του ευρωιερατείου για να παραμείνει η Ελλάδα στην Ευρωζώνη και να ρυμουλκηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ στη συστημική όχθη.
Θεωρεί ότι ο τρόπος που εξελίχθηκαν τα πράγματα στην ελληνική υπόθεση συνιστά βαρυσήμαντη πολιτική επιτυχία του. Επιδιώκει, λοιπόν, και να την υπογραμμίσει διεθνώς και να την κεφαλαιοποιήσει πολιτικά στο εσωτερικό της Γαλλίας, όπου το κλίμα δεν είναι το καλύτερο γι’ αυτόν. Όλοι στην Ευρώπη, άλλωστε, μετά τις πρόσφατες εκλογές έχουν αποδεχθεί πως για το ορατό μέλλον ο κυρίαρχος του παιχνιδιού στην Ελλάδα θα είναι ο Τσίπρας. Ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένοι να συνομιλούν και να διαπραγματεύονται μαζί του. Το κλίμα υπέρ του Τσίπρα στην Ευρώπη ενισχύθηκε πολύ και από την απολύτως εποικοδομητική στάση που τηρεί η Αθήνα στο καυτό πρόβλημα των τεράστιων προσφυγικών και μεταναστευτικών ορών.
Σ’ αυτές τις συνθήκες, μπορεί οι ευρωσοσιαλιστές να προτιμούσαν τη συνεργασία του ΣΥΡΙΖΑ με το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, αλλά δεν πρόκειται να τα χαλάσουν μαζί του γι’ αυτόν λόγο. Αντιθέτως –σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες– θα πιέσουν τη Γεννηματά και τον Θεοδωράκη εάν θεωρηθεί ότι για λόγους αντιπολιτευτικής σκοπιμότητας εγείρουν εμπόδια στην υλοποίηση του Μνημονίου.

Χωρίς σοβαρά εμπόδια στην εσωτερική πολιτική σκηνή, ο Τσίπρας επιδιώκει να εκμεταλλευθεί τον πολιτικό αέρα που του εξασφάλισε η πρόσφατη εκλογική νίκη του για να περάσει από τη Βουλή σε δύο δόσεις (άμεσα και το Νοέμβριο) τα νομοθετήματα που θα υλοποιήσουν τις μνημονιακές δεσμεύσεις. Στο μέγαρο Μαξίμου είναι αποφασισμένοι να κινηθούν γρήγορα, επειδή συνειδητοποιούν πως δεν έχουν κανένα περιθώριο για ελιγμούς και υπαναχωρήσεις. Όπως μας είπε υπουργός «θα πιούμε το πικρό ποτήρι τώρα, πριν αρχίσει να εξαντλείται η υπομονή της κοινωνίας».

Ο πρωθυπουργός δεν θέλει να φανεί πως ακολουθεί κατά γράμμα τις κοινοβουλευτικές πρακτικές της κυβέρνησης Σαμαρά. Γι’ αυτό και πήρε την έγκριση των δανειστών για μία μικρή παράταση, προκειμένου να περάσει την πρώτη δέσμη με τη διαδικασία του επείγοντος (τρεις ημέρες) και όχι του κατεπείγοντος. Για τον ίδιο λόγο δεν θα ακολουθηθεί και η πρακτική ένα γιγαντιαίο νομοσχέδιο να περάσει με τη μορφή ενός άρθρου.

Για να εξισορροπήσει, μάλιστα, τις αρνητικές εντυπώσεις, η κυβέρνηση σχεδιάζει να περάσει παραλλήλως και τα νομοσχέδια που θα υλοποιούν την επαγγελία της για καταπολέμηση της διαφθοράς, της διαπλοκής (τηλεοπτικές άδειες, δημόσιες συμβάσεις κλπ) του λαθρεμπορίου και της φοροδιαφυγής ειδικά του μεγάλου πλούτου. Στο μέγαρο Μαξίμου έχουν συνείδηση πως το μόνο που μπορούν σ’ αυτή τη φάση να προσφέρουν ως αντάλλαγμα στην συνθλιβόμενη από τα Μνημόνια μικρομεσαία θάλασσα είναι έμπρακτα δείγματα γραφής στα προαναφερθέντα μέτωπα.

Όπως φάνηκε καθαρά και από τις προγραμματικές δηλώσεις, ο οδικός χάρτης της κυβέρνησης είναι να περάσει τα προαπαιτούμενα από τη Βουλή και να ολοκληρώσει γρήγορα την 1η αξιολόγηση, η οποία καθυστέρησε λόγω των εκλογών. Αυτή τη φορά, η σπουδή δεν οφείλεται στην ανάγκη εκταμίευσης των τριών δισ που προβλέπονται από το πρόγραμμα. Οφείλεται στο γεγονός ότι η ολοκλήρωση της 1ης αξιολόγησης είναι η προϋπόθεση για να δρομολογηθούν δύο εξαιρετικά κρίσιμες διαδικασίες.

Η πρώτη είναι η έγκαιρη ανακεφαλαίωση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, δεδομένου πως με την είσοδο στο 2016 θα ισχύσουν άλλοι κανόνες. Η δεύτερη διαδικασία είναι η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Η δήλωση Ολάντ ενώπιον της Μέρκελ στο Ευρωκοινοβούλιο για την ανάγκη αναδιάρθρωσης επιβεβαιώνει πως το ζήτημα αυτό έχει οριστικά κατεβεί από το ράφι. Ας σημειωθεί πως η σχετική απόφαση του Eurogroup το Νοέμβριο 2012 είχε παραμείνει για τρία χρόνια ανενεργή με το επιχείρημα ότι δεν είχαν συντρέξει οι προϋποθέσεις.

Η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους έχει μετατραπεί σε θέμα τριβής ανάμεσα στο ΔΝΤ και στην Ευρωζώνη. Με την παρότρυνση και της Ουάσιγκτον, το Ταμείο έχει εγκαταλείψει την παλαιότερη στάση του να συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις των Ευρωπαίων σ’ αυτό το ζήτημα. Τώρα πλέον δηλώνει καθαρά πως το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο και πως σωστότερη λύση είναι το κούρεμα, επειδή θα έχει άμεσες θετικές επιπτώσεις για την ελληνική οικονομία, με την έννοια ότι θα διευκολύνει και την έξοδο στις αγορές και την προσέλκυση επενδύσεων.
Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, η Λαγκάρντ έχει απαντήσει στο επιχείρημα πως το κούρεμα απαγορεύεται από τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Για την ακρίβεια, το ΔΝΤ έχει προτείνει την παράκαμψη του προβαλλόμενου νομικού εμποδίου με την ανάληψη των χρεών της Ελλάδας προς τις χώρες-μέλη της Ευρωζώνης από τον ESM. Προς το παρόν χωρίς να βρει ανταπόκριση. Ο επικεφαλής του ESM Ρέγκλινγκ, μάλιστα, είχε προ ημερών επιχειρήσει με δήλωσή του να κατεβάσει τις προσδοκίες για το μέγεθος της ελάφρυνσης.

Ο Τόμσεν ξεκαθάρισε αυτές τις ημέρες από το Περού πως χωρίς γενναία ελάφρυνση του ελληνικού χρέους το ΔΝΤ δεν πρόκειται να συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα. Η δήλωσή του ήταν έμμεση πλην σαφής απάντηση στον πρόεδρο του Eurogroup, ο οποίος με δήλωσή του είχε, επίσης, επιχειρήσει να κατεβάσει πολύ τον πήχη των προσδοκιών. Ο Ντάισελμπλουμ επανέλαβε τη θέση που επικρατεί στο ευρωιερατείο ότι σημασία έχει το κόστος εξυπηρέτησης κι όχι το χρέος ως ποσοστό επί του ΑΕΠ. Ανέφερε, μάλιστα, ότι η Ευρωζώνη μπορεί να συμφωνήσει το κόστος της εξυπηρέτησης να μην υπερβαίνει το 15% του ελληνικού ΑΕΠ (με τα σημερινά δεδομένα περίπου 26 δισ ετησίως!)
Ο ίδιος, μάλιστα, επικαλέστηκε μελέτη του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα (με βάση το όριο του 15%) θα αντιμετωπίσει πρόβλημα να ανταποκριθεί στις δανειακές υποχρεώσεις της μετά από 15 χρόνια! Είναι προφανές πως το Βερολίνο και οι άλλοι σκληροπυρηνικοί της Ευρωζώνης προσπαθούν να αποφύγουν τη γενναία ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, παρότι είναι ξεκάθαρο πως χωρίς αυτή η ελληνική οικονομία είναι αδύνατον να σταθεί στα πόδια της.

Το Ταμείο έχει διαμηνύσει στο ευρωιερατείο ότι ο τρόπος που θα αναδιαρθρωθεί το ελληνικό χρέος είναι διαπραγματεύσιμος, υπό την προϋπόθεση πως τελικώς η ελάφρυνση δεν θα είναι μικρότερη των 100 δισ. Μόνο αυτού του μεγέθους ελάφρυνση θα λύσει οριστικά το πρόβλημα. Έχει διαμηνύσει, επίσης, ότι η αναδιάρθρωση πρέπει να πραγματοποιηθεί γρήγορα, εάν είναι δυνατόν να ολοκληρωθεί εντός του 2015. Στη σχετική σύμβαση, μάλιστα, πρέπει να αναφέρονται ρητά οι υποχρεώσεις της Ευρωζώνης και τα κριτήρια, με τα οποία θα κριθεί βιώσιμο το ελληνικό χρέος.

Σύμφωνα με τις ίδιες αξιόπιστες πληροφορίες, τα εναλλακτικά (στο κούρεμα) σενάρια που το ΔΝΤ έχει προτείνει στην Ευρωζώνη είναι δύο:
Το πρώτο προβλέπει πολύ μεγάλη επιμήκυνση του χρόνου λήξης των δανείων (από τα 30 χρόνια να πάει στα 50), η έναρξη αποπληρωμής να μετατεθεί για μετά το 2030 και τα επιτόκια να μειώνονται εφόσον η Ελλάδα είναι συνεπής στις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει για την πραγματοποίηση των μεταρρυθμίσεων. Για την επιμήκυνση ο Τόμσεν χρησιμοποίησε δημοσίως την έκφραση «σε ιδιαίτερα μεγάλο βάθος χρόνου».
Το δεύτερο σενάριο προβλέπει επίσης επιμήκυνση του χρόνου λήξης και μετάθεση της έναρξης αποπληρωμής. Η διαφορά είναι ότι προβλέπει συμφωνημένο χαμηλό σταθερό επιτόκιο.
Το ενδιαφέρον σ’ αυτή την υπόθεση είναι ότι ενώ ειδικά οι σκληροπυρηνικοί του ευρωιερατείου πετάνε την μπάλα της ελάφρυνσης στην κερκίδα, την ίδια ώρα δηλώνουν πως η συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα είναι απολύτως αναγκαία. Ο λόγος είναι ότι η σκληρότητα του Ταμείου όσον αφορά τις περικοπές και τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις (ήδη ζητάει επιπλέον μέτρα από αυτά που προβλέπει το Μνημόνιο και αιματηρές αλλαγές στο ασφαλιστικό) τους αρέσει. Επιπροσθέτως, την επικαλούνται στο εσωτερικό ακροατήριό τους σαν καθαρτήρια τιμωρία των σπάταλων Ελλήνων!


Είναι σαφές, όμως, πως δεν μπορούν πια να πατάνε και στις δύο βάρκες. Ο κόμπος έχει φθάσει στο χτένι και η αντίθεση έχει μεταφερθεί και στους κόλπους του ευρωιερατείου. Ο Σόιμπλε και η παρέα του ή θα πρέπει να συμφωνήσουν σε μία γενναία ελάφρυνση ή θα πρέπει να στερηθούν τον βολικό “δήμιο” και επιπλέον να συμπληρώσουν το χρηματοδοτικό κενό που θα αφήσει η αποχώρηση του ΔΝΤ (πάνω από 16 δισ). Προς το παρόν απάντηση δεν έχουν δώσει. Τα χρονικά περιθώρια, όμως, στενεύουν πια και γι’ αυτούς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου