Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

Το μέλλον της εκπαίδευσης

Το μέλλον της εκπαίδευσης


Προς τα πού βαδίζει σήμερα η εκπαίδευση; Δεν πρόκειται για ένα ασήμαντο ερώτημα. Μια δημοκρατία αντέχει ή πέφτει χάρη στον λαό της και την πνευματική του στάση και η εκπαίδευση είναι εκείνη που δημιουργεί αυτήν την πνευματική στάση. Παρ’ όλα αυτά, παρατηρούμε ριζικές αλλαγές στην παιδαγωγική και στα εκπαιδευτικά προγράμματα, τόσο στα σχολεία όσο και στα πανεπιστήμια, αλλαγές για τις οποίες δεν έχουμε στοχαστεί αρκετά.

Οι περισσότερες σύγχρονες χώρες, διακατεχόμενες από το άγχος να αναπτυχθούν οικονομικά, άρχισαν να σκέφτονται την εκπαίδευση με όρους στενά εργαλειακούς, σαν μια σειρά χρήσιμων γνώσεων ικανών να παράγουν ένα βραχυπρόθεσμο πλεονέκτημα για τη βιομηχανία. Αυτό που, μέσα στον αναβρασμό του ανταγωνισμού, χάθηκε από την οπτική μας γωνία είναι το μέλλον της δημοκρατικής αυτοκυβέρνησης.

Όπως, πριν από πολλούς αιώνες, γνώριζε ο Σωκράτης, η δημοκρατία είναι ένα υπέροχο αλλά νωθρό άλογο. Για να την κρατάμε σε εγρήγορση, χρειάζεται μια σκέψη που επαγρυπνεί. Αυτό σημαίνει ότι οι πολίτες πρέπει να καλλιεργούν την ικανότητα για την οποία ο Σωκράτης έδωσε τη ζωή του: την ικανότητα να ασκούν κριτική στην παράδοση και την αυθεντία, να συνεχίζουν να αναλύουν τους εαυτούς τους και τους άλλους, να μη δέχονται λόγους ή προτάσεις χωρίς να τις έχουν περάσει από το κόσκινο του δικού τους συλλογισμού.

Σήμερα η ψυχολογική έρευνα επιβεβαιώνει τη διάγνωση του Σωκράτη: οι άνθρωποι έχουν την ανησυχητική τάση να υποτάσσονται στην εξουσία και στις κοινωνικές πιέσεις.

Η δημοκρατία δεν μπορεί να επιβιώσει, αν δεν θέσουμε ένα όριο σε αυτές τις επικίνδυνες στάσεις, καλλιεργώντας τη συνήθεια να σκεφτόμαστε με τρόπο προσεκτικό και κριτικό.
Από τον καιρό που ο Σωκράτης προέτρεπε τους Αθηναίους να μη ζουν έναν «ανεξέταστο βίο» («ο ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπω»), είναι κυρίως οι ανθρωπιστικές σπουδές, και ιδιαίτερα η φιλοσοφία, εκείνες που μας επιτρέπουν να καλλιεργούμε τέτοιες ικανότητες.

Το να καλλιεργούμε την επιχειρηματολογία του Σωκράτη ευνοεί εκτός των άλλων και μιαν υγιή σχέση μεταξύ των πολιτών, όταν αυτοί συζητούν σημαντικά ζητήματα που βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας προτιμούν τις σύντομες φράσεις και την αντικατάσταση της αυθεντικής συζήτησης με τις αντεγκλήσεις και τις ύβρεις. Αυτό δημιουργεί μια πολιτική κουλτούρα χαμηλού επιπέδου.

Σε ένα μάθημα φιλοσοφίας, αντίθετα, οι σπουδαστές μαθαίνουν να αναλύουν σε βάθος την επιχειρηματολογία του αντιπάλου και να ερευνούν τους συλλογισμούς πάνω στους οποίους αυτή βασίζεται. Κάνοντάς το αυτό, οι σπουδαστές συχνά ανακαλύπτουν ότι τα δύο μέρη, στην πραγματικότητα, έχουν πολλά κοινά και τους γεννιέται η περιέργεια να δουν σε τι πράγματι αυτοί διαφωνούν, αντί να θεωρούν την πολιτική συζήτηση απλώς ως ένα μέσο για να κερδίζει πόντους η δική τους ομάδα και να ταπεινώνει τον αντίπαλο. Η φιλοσοφία συμβάλλει έτσι στη δημιουργία ενός χώρου ουσιαστικής διαβούλευσης και αυτό είναι που χρειαζόμαστε, αν θέλουμε να επιλύσουμε τα πελώρια προβλήματα που βασανίζουν όλες τις σύγχρονες δημοκρατίες.

Οι πολίτες χρειάζονται και τη γνώση της ιστορίας, τη γνώση των θεμελιακών στοιχείων των κυριότερων θρησκειών και του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η παγκόσμια οικονομία. Για άλλη μια φορά, οι ανθρωπιστικές σπουδές είναι θεμελιώδεις σε αυτήν την προσπάθεια σφαιρικής κατανόησης: η μελέτη της ιστορίας του κόσμου και των κυριότερων θρησκειών, η συγκριτική μελέτη της κουλτούρας και η κατανόηση τουλάχιστον μιας ξένης γλώσσας είναι όλα τους θεμελιώδη στοιχεία που ευνοούν μια υγιή συζήτηση γύρω από τα πιεστικά προβλήματα του κόσμου.

Τέλος, οι πολίτες πρέπει να είναι σε θέση να φαντάζονται πώς φαίνεται ο κόσμος στα μάτια εκείνων που βρίσκονται σε μια κατάσταση διαφορετική από τη δική τους. Οι εκλογείς που εξετάζουν μια πρόταση η οποία αφορά διαφορετικές ομάδες (εθνικές, θρησκευτικές κ.λπ.) στο εσωτερικό της κοινωνίας τους πρέπει να είναι σε θέση να φαντάζονται τις συνέπειες που έχουν τέτοιες προτάσεις στη ζωή των υπαρκτών προσώπων και αυτό προϋποθέτει μια καλλιεργημένη φαντασία.

 Με ποιον τρόπο καλλιεργείται η φαντασία; Όλοι μας ερχόμαστε στον κόσμο εφοδιασμένοι με μια στοιχειώδη ικανότητα να σκεφτόμαστε από τη σκοπιά των άλλων, αλλά αυτή η ικανότητα συνήθως λειτουργεί σε ένα περιορισμένο πλαίσιο, στην οικογενειακή σφαίρα, και χρειάζεται να τη διευρύνουμε και να την τελειοποιήσουμε συνειδητά.
Αυτό σημαίνει ότι χρειαζόμαστε τη λογοτεχνία και την τέχνη, με τις οποίες εκλεπτύνουμε εκείνο που ο Αφροαμερικανός μυθιστοριογράφος Ραλφ Έλισον όριζε ως το «εσωτερικό μας μάτι», μαθαίνουμε να βλέπουμε εκείνους που είναι διαφορετικοί από μας όχι μόνον σαν ένα απειλητικό «άλλο», αλλά σαν εντελώς ίσες ανθρώπινες υπάρξεις, με τις δικές τους προσδοκίες και τους δικούς τους στόχους.

Παρ’ όλα αυτά, σε όλο τον κόσμο οι ανθρωπιστικές σπουδές, η τέχνη, ακόμα και η ιστορία, παραμερίζονται για να δοθεί χώρος σε γνώσεις που παράγουν κέρδη, που αποβλέπουν σε βραχυπρόθεσμα οφέλη. Όταν συμβαίνει αυτό, οι ίδιες οι οικονομικές δραστηριότητες υφίστανται τις αρνητικές επιπτώσεις, επειδή μια υγιής οικονομική κουλτούρα χρειάζεται δημιουργικότητα και κριτική σκέψη, όπως έχουν υπογραμμίσει έγκυροι οικονομολόγοι.

Πρόσφατα, η Κίνα και η Σιγκαπούρη, χώρες που σίγουρα δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την υγεία της δημοκρατίας, πραγματοποίησαν μεγάλες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που αναβαθμίζουν τις ανθρωπιστικές σπουδές και την τέχνη στα σχολικά και τα πανεπιστημιακά τους προγράμματα, επειδή διέγνωσαν τη σημασία τους για τους σκοπούς της ανανέωσης και της δημιουργίας ενός μη διεφθαρμένου εργασιακού περιβάλλοντος.

Επομένως, μακροπρόθεσμα η συρρίκνωση της εκπαίδευσης στην πραγματικότητα βλάπτει την οικονομική ευημερία. Ακόμη και εκεί που αυτό δεν συμβαίνει, οι ανθρωπιστικές σπουδές και η τέχνη είναι θεμελιώδεις για το είδος δημοκρατικής διακυβέρνησης που τα έθνη έχουν επιλέξει και για τον τύπο κοινωνίας που αυτά επιθυμούν να είναι.
Οφείλουμε να αντιτασσόμαστε σθεναρά στις περικοπές στις ανθρωπιστικές σπουδές, τόσο στη μέση όσο και στην ανώτατη εκπαίδευση, υποστηρίζοντας σταθερά ότι αυτοί οι γνωστικοί κλάδοι εισφέρουν στοιχεία χωρίς τα οποία οι σύγχρονες δημοκρατίες, όπως και η αθηναϊκή δημοκρατία πριν από τον Σωκράτη, θα κυριαρχούνταν γι’ άλλη μια φορά από μιαν αγελαία νοοτροπία και από την ευπείθεια προς τους χαρισματικούς ηγέτες. Αυτό θα ήταν ένα τρομερό σενάριο για το μέλλον μας.

Της Μάρθα Νουσμπάουμ
Καθηγήτριας Ηθικής και Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου