Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Στην κόψη του ξυραφιού το Κυπριακό: Επάνοδος στην τροχιά του σχεδίου Ανάν;

Στην κόψη του ξυραφιού το Κυπριακό: Επάνοδος στην τροχιά του σχεδίου Ανάν;




Του Σταύρου Λυγερού

Και ενώ η Ελλάδα χορεύει στον διπλό ρυθμό του 3ου Μνημονίου και της προσφυγικής-μεταναστευτικής κρίσης, όλα δείχνουν πως οι διαπραγματεύσεις για την επίλυση του Κυπριακού έχουν εισέλθει στην τελική ευθεία. Ο Κύπριος υπουργός Εξωτερικών Γιαννάκης Κασουλίδης δήλωσε ότι οι διαπραγματεύσεις θα καταλήξουν θετικά ή αρνητικά το 2016, ενώ εμπλεκόμενοι ξένοι διπλωμάτες εκτιμούν πως θα στηθούν κάλπες για δημοψηφίσματα έγκρισης της κυοφορούμενης συμφωνίας μέχρι το καλοκαίρι.

Την ίδια εντύπωση έδωσε και ο πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης στην ενημέρωση που έκανε στις αρχές Δεκεμβρίου στο Εθνικό Συμβούλιο. Η εικόνα που παρουσίασε ήταν αισιόδοξη. Επανειλημμένως μίλησε για «συναντίληψη», αν και αναγνώρισε πως υπάρχουν δυσχέρειες και ζητήματα που ακόμα δεν έχουν προσεγγισθεί.

Μπορεί ο όρος «σχέδιο Ανάν» να μην ακούστηκε από το στόμα του, αλλά από τα όσα ο ίδιος είπε προκύπτει σαφώς ότι σε γενικές γραμμές το συζητούμενο σχέδιο κινείται στις ορίζουσες εκείνου του σχεδίου, είναι τύπου Ανάν.
Πίσω από τον όρο «δικοινοτική διζωνική ομοσπονδία» έχει συσσωρευθεί ένα διαπραγματευτικό κεκτημένο, το οποίο ευθέως παραπέμπει στη λύση, την οποία οι Ελληνοκύπριοι είχαν απορρίψει το 2004 με το συντριπτικό 76%.

Είναι αξιοσημείωτο, μάλιστα, ότι στην ίδια συνεδρίαση, ο Αναστασιάδης προειδοποίησε τους πολιτικούς αρχηγούς ότι λόγω της δυναμικής των διαπραγματεύσεων ενδεχομένως να πρέπει να καθυστερήσουν για δύο-τρεις μήνες οι βουλευτικές εκλογές, οι οποίες είναι προγραμματισμένες για τον Μάιο.
Σύμφωνα με την προεδρική ενημέρωση οι δύο ηγέτες έχουν συμφωνήσει να υπάρχουν δύο ομόσπονδα κρατίδια (ελληνοκυπριακό και τουρκοκυπριακό) και ένα ομοσπονδιακό κράτος. Η στελέχωση, μάλιστα, του ομοσπονδιακού κρατικού μηχανισμού να γίνει σε αναλογία δύο Ελληνοκύπριοι προς έναν Τουρκοκύπριο.

Ασάφεια υπάρχει για το εάν το νέο ομοσπονδιακό κράτος θα είναι μετεξέλιξη της υφιστάμενης Κυπριακής Δημοκρατίας (όπως ζητούν οι Ελληνοκύπριοι), ή η Κυπριακή Δημοκρατία θα αυτοκαταργηθεί και στη θέση της θα ιδρυθεί το νέο κράτος (όπως ζητούν οι Τουρκοκύπριοι).
Η διαφωνία είναι ουσιώδης, επειδή εάν υιοθετηθεί η τουρκοκυπριακή απαίτηση –μεταξύ των άλλων– εάν κάτι πάει στραβά οι Ελληνοκύπριοι θα βρεθούν χωρίς κράτος.

Ο πρόεδρος Αναστασιάδης έδωσε την εντύπωση στο Εθνικό Συμβούλιο ότι η διαφωνία για το ζήτημα αυτό ξεπερνιέται.
Όταν, όμως, του ζήτησαν να γίνει συγκεκριμένος φάνηκε ότι αυτό δεν ισχύει.
Σύμφωνα με καλά ενημερωμένες πηγές, και σ’ αυτό το ζήτημα ο ειδικός σύμβουλος του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Έσπεν Μπαρθ Άιντα ετοιμάζει στο παρασκήνιο μία φόρμουλα με σκοπό την παράκαμψη και όχι την επίλυση της διαφοράς.

Οι δύο ηγέτες έχουν συμφωνήσει ότι η δημογραφική ισορροπία θα παραμείνει στην αναλογία 4:1 και θα επανεξετάζεται κάθε 25 χρόνια. Σήμερα, οι Ελληνοκύπριοι είναι περίπου 800.000 και στα Κατεχόμενα ο πληθυσμός είναι περίπου 220.000. Οι μισοί εξ αυτών και πάνω, όμως, είναι Τούρκοι έποικοι. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι χωρίς να το ομολογεί ευθέως, η ελληνοκυπριακή πλευρά αποδέχεται την παραμονή του συνόλου σχεδόν των Τούρκων εποίκων.

Η τουρκοκυπριακή πλευρά εμμένει στη θέση πως όσοι σήμερα έχουν την «ιθαγένεια» του ψευδοκράτους μετά τη λύση θα είναι πολίτες του ομόσπονδου τουρκοκυπριακού κρατιδίου και της ομοσπονδιακής Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ας σημειωθεί ότι το ψευδοκράτος όχι μόνο ζητάει τη νομιμοποίηση όλων των εποίκων, αλλά και έχει ξεκινήσει τη διαδικασία για να δώσει «λευκή ταυτότητα» σε επιπλέον 40.000 Τούρκους.
Η παραχώρηση «λευκής ταυτότητας» είναι ο προθάλαμος για να την παραχώρηση ιθαγένειας. Αυτό τουλάχιστον δήλωσε ο υπουργός Εσωτερικών του ψευδοκράτους.

Ο Αναστασιάδης υπογράμμισε στο Εθνικό Συμβούλιο ότι επιδίωξή του είναι να μην υπάρξουν μεταβατικές περίοδοι, να λειτουργήσουν τα κρατικά όργανα από την πρώτη ημέρα της συμφωνίας και σ’ ένα τρίμηνο να είναι όλα έτοιμα. Υπογράμμισε, επίσης, πως αμέσως μετά την έγκριση της συμφωνίας θα πρέπει να αποδοθεί η Αμμόχωστος στους Ελληνοκύπριους κατοίκους της και να αποχωρήσει μεγάλο τμήμα των κατοχικών στρατευμάτων.
Για τα ζητήματα αυτά, ωστόσο, δεν υπάρχει η σύμφωνη γνώμη του Ακιντζί και της Άγκυρας.

Οι δύο ηγέτες έχουν συμφωνήσει γενικά η λύση να είναι συμβατή με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και να μην υπάρχουν μόνιμες παρεκκλίσεις. Το ίδιο, άλλωστε, έχει ρητά ζητήσει και ο πρόεδρος της Κομισιόν Γιούνκερ.
Αυτό σημαίνει ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά θα αποδεχθεί να ισχύσουν μεταξύ των δύο ομόσπονδων κρατιδίων οι τέσσερις βασικές ελευθερίες (μετακίνηση προσώπων, εγκατάσταση προσώπων, απόκτηση και εκμετάλλευση περιουσίας, ελευθερία διακίνησης αγαθών και υπηρεσιών).

Στην πράξη, όμως, η τουρκοκυπριακή πλευρά ζητάει παράκαμψή τους.
Για την ακρίβεια, θέτει ως όρο για να έχει κάποιος την εσωτερική ιθαγένεια του τουρκοκυπριακού κρατιδίου (θα υπάρχει εκτός από την κυπριακή ιθαγένεια και ιθαγένεια του κάθε κρατιδίου!) να μιλάει τουρκικά.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι όσοι Ελληνοκύπριοι εγκατασταθούν στις πατρογονικές εστίες τους στη βόρεια Κύπρο δεν θα έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους Τουρκοκύπριους.

Η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει ζητήσει την επιστροφή περισσότερου κατεχόμενου εδάφους, ώστε να μην είναι μεγάλος ο αριθμός των Ελληνοκυπρίων που θα επιστρέψουν στο τουρκοκυπριακό κρατίδιο.
Επίσης, ζητάει αναπροσαρμογή της ακτογραμμής, ώστε και σ’ αυτό το επίπεδο να υπάρχει μία σχετική αναλογία.

Η τουρκοκυπριακή πλευρά, όμως, κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση.
Η θέση της είναι ότι πρέπει να γίνουν αναπροσαρμογές στον χάρτη του σχεδίου Ανάν και να επιστραφούν στους Ελληνοκυπρίους λιγότερα εδάφη!
Με άλλα λόγια, ζητούν το τουρκοκυπριακό κρατίδιο να καταλαμβάνει πάνω από το 28,5% του κυπριακού εδάφους που πρόβλεπε το σχέδιο Ανάν.

Το επιχείρημα των Τουρκοκυπρίων είναι ότι πρέπει να κρατήσουν περισσότερα εδάφη, επειδή θα δεχθούν να επιστρέψει ένας αριθμός Ελληνοκυπρίων στο κρατίδιό τους (χωρίς δικαιώματα).
Η εδαφική πτυχή θα αποτελέσει αντικείμενο διαπραγματεύσεων σε επόμενες συναντήσεις Αναστασιάδη-Ακιντζί.
 Το ίδιο και το ζήτημα των περιοχών της Μεγαλονήσου που θα έχουν ειδικό καθεστώς.
Η ελληνοκυπριακή πλευρά ενδιαφέρεται για την Καρπασία, για τα μαρωνίτικα χωριά, καθώς και για μνημεία και μοναστήρια. Η τουρκοκυπριακή πλευρά ενδιαφέρεται για τη Λεύκα, τη Λουρουτζίνα και για περιοχές στην Πάφο.

Την ίδια τακτική της παράκαμψης ακολουθεί η τουρκοκυπριακή πλευρά και για άλλες πτυχές που συνθέτουν την κρατική κυριαρχία.

Είναι ενδεικτικό ότι ενώ μιλάει για ομοσπονδία ζητάει την αρμοδιότητα του FIR (ευθύνη για τον έλεγχο της εναερίου κυκλοφορίας) να μην την έχει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση για ολόκληρη την Κύπρο, αλλά οι κυβερνήσεις των δύο ομόσπονδων κρατιδίων. Με άλλα λόγια ζητάει να υπάρχουν δύο πύργοι ελέγχου.

Από την κατάληξη των διαπραγματεύσεων για την εδαφική πτυχή θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό και η ρύθμιση του ζητήματος των περιουσιών. Παρόλα αυτά, το περιουσιακό έχει ήδη τεθεί στο τραπέζι. Οι δύο ηγέτες διαπραγματεύονται επ’ αυτού στις συναντήσεις που πραγματοποιούνται αυτές τις ημέρες.

Οι δύο πλευρές έχουν προσεγγίσει σ’ ότι αφορά πως θα υπάρξουν 22 κατηγορίες περιουσιακών ζητημάτων και πως θα εφαρμοσθούν πέντε τρόποι διευθέτησης (πλήρης αποκατάσταση, μερική αποκατάσταση, να δοθεί περιουσία σε άλλη τοποθεσία, ανταλλαγή και αποζημίωση).

Όταν, όμως, γίνεται προσπάθεια τα γενικά να συγκεκριμενοποιηθούν ανακύπτουν διαφωνίες. Ο Αναστασιάδης είπε στους πολιτικούς αρχηγούς ότι οι διαπραγματεύσεις «προχωρούν αργά, αλλά σταθερά».
Πηγές που έχουν γνώση των διαπραγματεύσεων, όμως, υποστηρίζουν ότι το ενδεχόμενο συμφωνίας στο περιουσιακό συγκεντρώνει λίγες πιθανότητες.

Η τουρκοκυπριακή πλευρά μένει αμετακίνητη στη θέση της ότι κανένας από όσους έχουν καταπατήσει ελληνοκυπριακές περιουσίες στα Κατεχόμενα δεν θα υποχρεωθεί να την εγκαταλείψει, ανεξαρτήτως του χρόνου καταπάτησης και χρήσης.
Τονίζει, μάλιστα, πως δεν θα δεχθεί διάκριση μεταξύ Τουρκοκύπριου και έποικου καταπατητή-χρήστη.
Για την τουρκοκυπριακή πλευρά υπάρχουν «ιδιοκτήτες μέχρι το 1974» και «ιδιοκτήτες μετά το 1974»! Με άλλα λόγια, ο Ακιντζί απαιτεί να ακυρωθεί το δικαίωμα της νόμιμης ιδιοκτησίας.

Όπως προκύπτει από τις σχετικές διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη, η τουρκοκυπριακή πλευρά θεωρητικά αναγνωρίζει όλους τους τρόπους.
 Προτιμάει, όμως, το περιουσιακό να λυθεί περισσότερο με τη μέθοδο των αποζημιώσεων και συμπληρωματικά με τη μέθοδο της ανταλλαγής. Αφενός ανταλλαγής με τουρκοκυπριακές περιουσίες  που υπάρχουν στην ελεύθερη Κύπρο, αφετέρου με παραχώρηση στους δικαιούχους Ελληνοκύπριους ιδιοκτήτες κρατικής γης (χαλίτικη γη).

Οι αποζημιώσεις, όμως, απαιτούν χρήματα.
Η εξεύρεσή τους δεν έχει εξασφαλισθεί. Η ΕΕ και οι ΗΠΑ έχουν εκφράσει την πρόθεση να συνεισφέρουν, αλλά έχουν καταστήσει σαφές ότι δεν θα δώσουν μεγάλα ποσά.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει προσφερθεί να συμβάλει με μελέτες και αυτές τις ημέρες στελέχη του είναι στην Κύπρο για σχετικές διαβουλεύσεις και συγκέντρωση στοιχείων.

Η τουρκοκυπριακή πλευρά προτείνει για αποζημιώσεις να χρησιμοποιηθούν τα έσοδα από την πώληση του φυσικού αερίου.
 Με άλλα λόγια, να χρησιμοποιηθεί ελληνοκυπριακός πλούτος, ώστε οι Τουρκοκύπριοι και οι έποικοι να ιδιοποιηθούν και νομίμως τις ελληνοκυπριακές περιουσίες στη βόρεια Κύπρο χωρίς να πληρώσουν το παραμικρό ούτε οι ίδιοι, ούτε το τουρκοκυπριακό κρατίδιο, ούτε η Τουρκία!

Επειδή ακριβώς είναι πολύ αμφίβολο εάν τελικώς θα προκύψει σύγκλιση θέσεων, ο ειδικός σύμβουλος του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για το Κυπριακό προωθεί τη δημιουργία ενός μηχανισμού επίλυσης των διαφορών με νομικούς όρους.
Οι περιουσιακές διαφορές να επιλύονται από ειδική επιτροπή που θα συγκροτηθεί μετά την επίτευξη συμφωνίας.
Οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούν να ζητούν δευτεροβάθμια κρίση και ακόμα να καταφεύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Εάν, όμως, το ζήτημα των περιουσιών αφεθεί κατά βάση στην επιτροπή επίλυσης διαφορών και δεν ρυθμισθεί στο πλαίσιο της συζητούμενης λύσης του Κυπριακού, θα προκύψουν μεγάλα προβλήματα, καθυστερήσεις και τριβές που εκ των πραγμάτων θα δηλητηριάσουν το κλίμα.
Γι’ αυτό και η ελληνοκυπριακή πλευρά ζητάει να καθορισθούν κριτήρια για κάθε κατηγορία, ώστε οι όποιες διαφορές απομείνουν να είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας.

Η θέση της τουρκοκυπριακής πλευράς στο ζήτημα των περιουσιών συνιστά μία ακόμα κατάφωρη παραβίαση των τεσσάρων βασικών ελευθεριών, τις οποίες θεωρητικά αποδέχεται.
Ας σημειωθεί ότι ο Ακιντζί έχει ξεκαθαρίσει πως μετά τη λύση στο τουρκοκυπριακό κρατίδιο και η πλειοψηφία του πληθυσμού και η πλειοψηφία της ιδιοκτησίας θα πρέπει να είναι τουρκοκυπριακή.

Αν και το ζήτημα των εγγυήσεων και της ασφάλειας έχει αφεθεί για το τέλος της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων, είναι πολύ πιθανό να αναδειχθεί σε μεγάλο εμπόδιο.
 Όπως είναι γνωστό, οι ιδρυτικές συνθήκες της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1959-60 πρόβλεπαν ότι η Βρετανία, η Ελλάδα και η Τουρκία είναι εγγυήτριες του νέου κράτους κι ότι θα ήταν εγκατεστημένα νομίμως στη Μεγαλόνησο δύο στρατιωτικά αποσπάσματα (ΕΛΔΥΚ και ΤΟΥΡΔΥΚ).
Το 1974, μάλιστα, η Άγκυρα ερμήνευσε μονομερώς τη σχετική συνθήκη για να δικαιολογήσει την τουρκική εισβολή στη Μεγαλόνησο.

Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά στην Κύπρο πριν ενάμιση περίπου μήνα, Αθήνα και Λευκωσία χάραξαν μία κοινή γραμμή όσον αφορά το κρίσιμο αυτό ζήτημα.
Ο πυρήνας της ελληνικής θέσης συνοψίζεται στο ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, που είναι μέλος της ΕΕ-Ευρωζώνης και άλλων διεθνών οργανισμών, δεν χρειάζεται ούτε εγγυήσεις, ούτε ξένα στρατεύματα.

Αν χρειασθεί κάποιου είδους εγγύηση, αυτή θα είναι πολιτικού και όχι στρατιωτικού χαρακτήρα.
 Η ΕΕ εκ των πραγμάτων θα εγγυάται συνταγματικά την ομοσπονδιακή Κυπριακή Δημοκρατία, αφού θα είναι μέλος της. Επίσης, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ μπορεί στη βάση του κεφαλαίου 7 του Καταστατικού Χάρτη να εγγυηθεί την εφαρμογή της λύσης και την ανεξαρτησία της χώρας.

Το αναλυτικό κείμενο της ελληνικής πρότασης επεξεργάζεται ειδική ομάδα εργασίας στο πλαίσιο της ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών.
Η πρόταση θα δοθεί στους μεγάλους διεθνείς παίκτες.
 Το ενδιαφέρον τους, άλλωστε, είναι δεδομένο κι αυτό δείχνουν οι πυκνές επισκέψεις στη Μεγαλόνησο υπουργών Εξωτερικών ισχυρών χωρών το τελευταίο διάστημα.

Είναι προφανές πως χωρίς τη συμμετοχή της Ελλάδας δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους καθεστώς εγγυήσεων.
Σ’ αυτό το επίπεδο, η ελληνική πλευρά έχει πολιτικό πλεονέκτημα.
Ο Κοτζιάς έχει ξεκαθαρίσει στον πρόεδρο Αναστασιάδη ότι η διαπραγμάτευση της λύσης του Κυπριακού είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της Λευκωσίας και η Αθήνα δεν θα εμπλακεί καθοριστικά.
Στο ζήτημα, όμως, των εγγυήσεων έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα και δεν πρόκειται να συμμετάσχει.

Η Άγκυρα επιμένει στη διατήρηση του καθεστώτος εγγυήσεων του 1960. Εμφανίζεται διατεθειμένη να δεχθεί τροποποιήσεις, αλλά όχι κατάργησή του.
Αν και επικαλείται την ανάγκη ασφάλειας των Τουρκοκυπρίων, τέτοιο ζήτημα δεν υφίσταται. Από στρατιωτικής απόψεως, η γεωγραφία είναι απολύτως ευνοϊκή για την Τουρκία. Η Κύπρος απέχει μόλις 40 λεπτά από τα νότια τουρκικά παράλια.

Το ομολογούν και οι ίδιοι οι Τούρκοι διπλωμάτες.
Επιμένουν, όμως, στην παρουσία δικής τους στρατιωτικής δύναμης στη Μεγαλόνησο κυρίως για λόγους πολιτικού συμβολισμού.
Κατά πάσα πιθανότητα η Άγκυρα θα επιχειρήσει να εξασφαλίσει στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο, υποχωρώντας στο ζήτημα των εγγυήσεων.

Στο ζήτημα αυτό, το Λονδίνο αποφεύγει να πάρει θέση.
Δηλώνει ότι θα αποδεχθεί ό,τι θέλουν οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι.
Αυτό που ενδιαφέρει τους Βρετανούς είναι να διατηρήσουν τις στρατιωτικές βάσεις τους κι όχι να παραμείνουν εγγυητές.
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, ο ειδικός σύμβουλος του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών στο Κυπριακό επεξεργάζεται και γι’ αυτό το πρόβλημα μια φόρμουλα που «θα ικανοποιεί όλες τις πλευρές».

Στην πραγματικότητα ο εν λόγω διπλωμάτης και όσοι κινούν από το παρασκήνιο τα νήματα επιδιώκουν να στήσουν μία πενταμερή διάσκεψη (Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι, Ελλάδα, Τουρκία και Βρετανία) με σκοπό η Αθήνα να βρεθεί υπό πίεση.
 Η Αθήνα και η Λευκωσία είναι επιφυλακτικές.
Όχι μόνο, επειδή η πενταμερής εκ των πραγμάτων θα αναβαθμίσει και την τουρκοκυπριακή κοινότητα σε κρατικό παράγοντα, αλλά και επειδή επιδιώκουν την εμπλοκή και άλλων διεθνών παικτών, των μόνιμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και βεβαίως την ΕΕ.

Διπλωματικές πηγές εκτιμούν πως όταν θα έχει κλείσει επιτυχώς ο κύκλος των διαπραγματεύσεων για τις εσωτερικές πτυχές του Κυπριακού, το ζήτημα των εγγυήσεων και της στρατιωτικής παρουσίας θα έρθει στο τραπέζι ως η μόνη εκκρεμότητα.
Θα απειλήσουν την κυβέρνηση Τσίπρα πως εάν δεν υποχωρήσει θα έχει την ευθύνη για τον τορπιλισμό της λύσης.
Δεν αποκλείουν, μάλιστα, να της ασκηθούν πιέσεις και μέσω του Αναστασιάδη.

 Εάν, όμως, η Αθήνα εμείνει αταλάντευτα στη σημερινή θέση της, ούτε η Άγκυρα ούτε η Δύση έχουν τρόπο να επιβάλουν καθεστώς εγγυήσεων και νόμιμη ξένη στρατιωτική παρουσία της στην Κύπρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου