Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την παγκόσμια οικονομία: μια κρίση μεγαλύτερη του 2008

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την παγκόσμια οικονομία: μια κρίση μεγαλύτερη του 2008




Το 2016 ξεκίνησε με τις ανησυχίες για την παγκόσμια οικονομία να φουντώνουν. Στα χρηματιστήρια των ΗΠΑ, της Ευρώπης και της Ασίας χάθηκαν τον Ιανουάριο πάνω από 8 τρισεκατομμύρια ευρώ κεφαλαιοποίησης, καθώς σειρά εξελίξεων αναζωπυρώνουν τους φόβους για μια νέα, σοβαρή υποτροπή της παγκόσμιας κρίσης μέσα στο 2016. Τα σημεία στα οποία εστιάζονται η προσοχή και οι ανησυχίες των αναλυτών του συστήματος και των διεθνών καπιταλιστικών οργανισμών είναι: οι συνέπειες που μπορεί να έχει ο τερματισμός του κύκλου μείωσης και η έναρξη του κύκλου αύξησης των αμερικανικών επιτοκίων απ’ τα τέλη του 2015, η καχεξία των ρυθμών της παγκόσμιας ανάπτυξης, η οικονομική επιβράδυνση στην Κίνα, γενικότερα η είσοδος των λεγόμενων αναπτυσσόμενων οικονομιών (BRICKS) στον κύκλο της κρίσης, η κατρακύλα των τιμών του πετρελαίου. Στο «καλάθι» αυτό προστίθενται τώρα όλο και εντονότερα οι λεγόμενοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, συνδεόμενοι κατά κύριο λόγο με τον πόλεμο και την αστάθεια στη Μ. Ανατολή, το κύμα των προσφύγων και τις πολιτικές του επιπτώσεις στην Ευρώπη, αλλά και άλλα διεθνή «μέτωπα»: η Ουκρανία, η θάλασσα της Νότιας Κίνας, η Κορέα.

Ωστόσο, όλα αυτά δεν είναι παρά μια δημοσιογραφικού τύπου παράθεση σημαντικών πλευρών ή «συμπτωμάτων» της παγκόσμιας κρίσης. Πίσω από αυτή την «κορυφή του παγόβουνου» κρύβονται οι πραγματικές, βαθύτερες αιτίες. Ας δούμε με τη σειρά τόσο την «κορυφή του παγόβουνου» όσο και τις βαθύτερες αιτίες.

«Μίνι κραχ» στα χρηματιστήρια

Ο Ιανουάριος του 2016 ήταν ο χειρότερος χρηματιστηριακά τα τελευταία χρόνια, ύστερα από το ξέσπασμα και την αιχμή της κρίσης (2008-2009). Τα δεδομένα παραπέμπουν στα «προλεγόμενα» της κρίσης του 2008, ενώ το πλέον ανησυχητικό είναι ότι οι ανοδικές απόπειρες είναι παροδικές και αδύναμες – μια ασθενική αύξηση και ύστερα ξανά πτώση.

Οι συνολικές απώλειες των βασικών χρηματιστηριακών δεικτών ξεπέρασαν τα 7,5 τρισ. δολάρια, ενώ για κάποια χρηματιστήρια μπορούμε να μιλήσουμε για πραγματικό «κραχ». Ιδού η πρώτη πεντάδα: Αργεντινή (-19%), Κίνα (-19%), Ελλάδα (-17%), Βραζιλία (-16%), Ιταλία (-16%). Αλλά και οι χρηματιστηριακοί δείκτες των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας, της Γερμανίας και της Γαλλίας μετράνε απώλειες πάνω από 10%, διαμορφώνοντας την εικόνα μιας παγκόσμιας χρηματιστηριακής πτώσης και αποτυπώνοντας έτσι της ανησυχίες των «επενδυτών» για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας συνολικά.

Στην Ελλάδα, τον Ιανουάριο χάθηκαν στο χρηματιστήριο 8,5 δισ. ευρώ χρηματιστηριακής αξίας, με «πρωταθλήτριες» στις απώλειες τις τράπεζες, όπου μπορούμε να μιλάμε για «κραχ»: απώλειες πάνω από 30% για Εθνική, Alpha και Eurobank και πάνω από 40% (!) για την Πειραιώς.

Όπως λένε σε… συναισθηματικούς τόνους οι αναλυτές των αγορών, το «επενδυτικό συναίσθημα έχει κλονισθεί», δηλαδή οι κερδοσκόποι δεν αισθάνονται πλέον ασφαλείς  και αντίθετα αισθάνονται ότι τα συνολικά δεδομένα στην παγκόσμια οικονομία έχουν διαμορφώσει ένα ασταθές πλαίσιο για τις «επενδύσεις» τους. Και αν πιστέψουμε τους νεοφιλελεύθερους υμνητές των αγορών ότι «η οικονομία είναι ψυχολογία», αυτή η ψυχολογία δείχνει σημάδια… αρχόμενης κατάθλιψης και μεγάλης ανασφάλειας. Παρατηρείται ένα κύμα φυγής κεφαλαίων από τις Αναπτυσσόμενες οικονομίες των BRICKS κ.λπ. και επιστροφής είτε σε αγορές των ΗΠΑ και της Ευρώπης είτε σε επενδυτικά προϊόντα με βάση το δολάριο. Το γεγονός όμως της πτώσης και των χρηματιστηριακών δεικτών των ΗΠΑ και της Ευρώπης αποδεικνύει ότι πλέον δεν θεωρείται ασφαλής κανένας «επενδυτικός προορισμός»…

Η «σεισμική εστία» της Κίνας

Το νέο αυτό κύκλο ανησυχιών, χρηματιστηριακής πτώσης κ.λπ. πυροδοτεί πρώτιστα η κινεζική οικονομία, αλλά και το γεγονός ότι συνολικά οι BRICKS και οι Αναδυόμενες οικονομίες εισήλθαν μεγαλοπρεπώς το 2015 στον κύκλο της παγκόσμιας κρίσης. Για την κινεζική οικονομία, το «πρόβλημα των προβλημάτων» είναι η επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξής της σε επίπεδα κάτω από 7% ετησίως. Για τη Ρωσία όμως και τη Βραζιλία τα προβλήματα είναι πολύ μεγαλύτερα, αφού βρίσκονται σε ύφεση (-2,5% και -0,7% αντίστοιχα), ενώ συνολικά η λατινοαμερικανική υποήπειρος είναι σε ύφεση.
Το 2015 ήταν έτος παταγώδους διάψευσης της θεωρίας ότι η κρίση δεν είναι παγκόσμια και ότι η ραγδαία αναπτυσσόμενες οικονομίες των BRICKS θα «ρυμουλκήσουν» έξω από την κρίση την παγκόσμια οικονομία στο σύνολό της: αντί γι’ αυτό, είναι οι BRICKS που παρασύρονται στη δίνη της κρίσης. Το κλίμα γενικευμένης χρηματιστηριακής αναταραχής διαψεύδει και τη «συμμετρική» αισιόδοξη θεωρία ότι η κρίση των Αναδυόμενων δεν θα έχει παγκόσμιο αντίκτυπο. Έτσι, η κρίση είναι και «τυπικά» παγκόσμια και ως τέτοια κατανοείται πλέον από τις «αγορές» – τους πιο ευαίσθητους «ανιχνευτές», αφού απαρτίζεται από ανθρώπους που δεν θέλουν να χάσουν τα λεφτά τους…

Ότι αυτή είναι η διαλεκτική της αλληλοσυσχέτισης της κρίσης των μεγάλων πόλων της παγκόσμιας οικονομίας, το «υπογράφει και το μέλος του Δ.Σ. της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και κεντρικός τραπεζίτης της Αυστρίας κ. Έβαλντ Νοβότνι, που δήλωσε ότι «η παγκόσμια οικονομία παραμένει σε τροχιά μέτριας ανάκαμψης, αλλά η επιβράδυνση της Κίνας αποτελεί λόγο ιδιαίτερης ανησυχίας, καθώς αυξάνει τον κίνδυνο να επιστρέψει η κρίση στα ανεπτυγμένα κράτη». «Με άλλα λόγια, οι αναδυόμενες αγορές τώρα φέρνουν την κρίση πίσω σε εμάς – και ταυτόχρονα μας θυμίζουν την αλληλεξάρτηση στην παγκόσμια οικονομία», πρόσθεσε ο Νοβότνι, μη αφήνοντας περιθώρια παρανοήσεων σχετικά με το ποιο είναι το πρόβλημα.

Υπάρχει ένα πυκνό δίχτυ «μηχανισμών» μετάδοσης της «κινεζικής γρίπης» στην παγκόσμια οικονομία που δεν έχουμε το χώρο εδώ για να εξηγήσουμε. Όλοι αυτοί οι «μηχανισμοί» όμως σχετίζονται με το γεγονός ότι η Κίνα είναι κάτι περισσότερο από «συστημική» για την παγκόσμια οικονομία. Όχι μόνο λόγω του «όγκου» της (η χώρα με το δεύτερο στην παγκόσμια κατάταξη ΑΕΠ ύστερα από τις ΗΠΑ), αλλά και λόγω της κρίσιμης αλληλοσυσχέτισης της κινεζικής οικονομίας με τους άλλους μεγάλους πόλους της παγκόσμιας οικονομίας: τις ΗΠΑ (η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος διεθνής επενδυτής στα αμερικανικά ομόλογα, έχοντας επενδύσει πάνω από 1 τρισ. δολάρια, ενώ χιλιάδες πολυεθνικές των ΗΠΑ και της καπιταλιστικής Δύσης δραστηριοποιούνται στην Κίνα), την ΕΕ (που ένα αξιόλογο τμήμα των εξαγωγών της, κυρίως κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, κατευθύνεται στην Κίνα), τις Αναδυόμενες οικονομίες (για παράδειγμα, ο δυναμικός τα προηγούμενα χρόνια εξαγωγικός τομέας της Βραζιλίας και Αργεντινής στηρίχτηκε σε εξαγωγές και ειδικές συμφωνίες με την Κίνα), την αγορά πετρελαίου και πρώτων υλών (αφού ο ρυθμός ανάπτυξης της Κίνας επηρεάζει καθοριστικά την παγκόσμια ζήτηση, άρα και τις τιμές, ακόμη και… τον τζόγο στα παράγωγα πάνω στο πετρέλαιο και τις πρώτες ύλες), τις νομισματικές ισορροπίες και άρα τα επίπεδα έντασης του νομισματικού και εμπορικού πολέμου (το γουάν, αντιπροσωπεύοντας τη δεύτερη σε μέγεθος οικονομία του πλανήτη, προκαλεί ρίγη ανησυχιών σε κάθε σκαμπανέβασμα της ισοτιμίας του με απόφαση της κινεζικής κυβέρνησης) κ.λπ.

Το πετρέλαιο

Η πτώση των τιμών του πετρελαίου προσλαμβάνει πλέον δυναμική κατάρρευσης. Είναι στα 30 δολάρια το βαρέλι, σημειώνοντας πτώση σχεδόν 80% από τα υψηλά επίπεδα προ πενταετίας. Ασφαλώς η «οικονομική βάση» αυτής της πτώσης είναι η μειωμένη παγκόσμια ζήτηση (λόγω εξασθένισης των ρυθμών ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας) και δευτερευόντως το γεγονός ότι ο οργανισμός πετρελαιοπαραγωγών χωρών ΟΠΕΚ έχει καταρρεύσει (λόγω ανταγωνισμών στο εσωτερικό του που σχετίζονται με τους ιμπεριαλιστικούς και γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς), με αποτέλεσμα να μην υπάρχει μια πολιτική συγκράτησης της παραγωγής με στόχο να ανακοπεί η πτώση των τιμών αλλά αντίθετα υπάρχει υπερπροσφορά. Έτσι, κάθε είδηση για νέα πτώση στις τιμές του πετρελαίου ενισχύει τις ανησυχίες για τους ρυθμούς ανάπτυξης διεθνώς. Έτσι, όταν η Goldman Sachs εκτιμά ότι η τιμή του βαρελιού πετρελαίου θα πέσει μέχρι τα 20 δολάρια και τα ρεπορτάζ λένε ότι οι δηλώσεις του Ντράγκι πως θα ενισχύσει το πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης» της ΕΚΤ ενίσχυσε κάπως την τιμή του πετρελαίου, το συνδυαστικό συμπέρασμα είναι πως πλέον όλα αξιολογούνται όχι υπό το πρίσμα της προσφοράς και της ζήτησης αλλά πρώτιστα υπό το πρίσμα της κρίσης της παγκόσμιας οικονομίας, της οποίας η τιμή του πετρελαίου έχει αναδειχτεί σε ευαίσθητο δείκτη.

Η πτώση των τιμών του πετρελαίου, συνδυαζόμενη και με την πτώση των τιμών των μετάλλων και των ορυκτών σχετίζεται και με τρία άλλα σημαντικά επίπεδα περιπλοκών της κρίσης:
Το χρηματιστηριακό:

Όταν μιλάμε για διεθνείς τιμές πετρελαίου, μετάλλων και ορυκτών, πρέπει να γνωρίζουμε ότι πρόκειται για τιμές που διαμορφώνονται χρηματιστηριακά, με βάση προθεσμιακά συμβόλαια αγοράς, τα οποία με τη σειρά τους είναι η βάση της πυραμίδας των παράγωγων προϊόντων στον τομέα αυτό. Σε αυτή την αγορά προθεσμιακών συμβολαίων και παραγώγων προϊόντων με βάση το πετρέλαιο, τα ορυκτά και τα μέταλλα, παίζονται καθημερινά τεράστια ποσά από «επενδυτές» που το τελευταίο πράγμα που τους ενδιαφέρει είναι το πετρέλαιο σαν πρώτη ύλη για την παραγωγή…
Όταν λοιπόν οι τιμές του πετρελαίου φτάνουν στο οριακό σημείο που όλες οι προβλέψεις για την τιμή του είναι παρακινδυνευμένες (μπορεί να πέσει ακόμη περισσότερο, μπορεί να σταθεροποιηθεί, μπορεί και να αρχίσει σταδιακά να ανεβαίνει) και εξαρτώνται και από παράγοντες εξω-οικονομικούς (εξελίξεις στη σφαίρα της γεωπολιτικής, αλλά και του χρηματιστηριακού τζόγου, τότε ενισχύονται σοβαρά οι κίνδυνοι του χρηματιστηριακού «κραχ».

Το επιχειρηματικό:

Κατάρρευση της τιμής του πετρελαίου, των ορυκτών και των μετάλλων  σημαίνει επίσης κατάρρευση εσόδων για τις μεγάλες εταιρείες των κλάδων αυτών, με άμεσα δυσμενή αποτελέσματα, τόσο καθαρά οικονομικά (για τις επενδύσεις και την απασχόληση στους συγκεκριμένους κλάδους) όσο και χρηματιστηριακά (πτώση των μετοχών των αντίστοιχων εταιρειών, μερικές από τις οποίες είναι παγκόσμιοι κολοσσοί και έχουν μεγάλη βαρύτητα στους χρηματιστηριακούς δείκτες).

Σύμφωνα με δηλώσεις του Matthew Moore, αναλυτή του γνωστού οίκου αξιολόγησης Moody’s:

«Οι χαμηλότερες τιμές πετρελαίου θα αποδυναμώσουν κι άλλο τις ταμειακές ροές για τις εταιρίες εξερεύνησης και παραγωγής και τις εταιρίες που πάνε κόντρα στο ρεύμα. Αυτό θα επιφέρει επιπρόσθετη επιδείνωση των χρηματοοικονομικών δεικτών, περιλαμβανομένης μιας πιο βαθιάς αρνητικής ελεύθερης ταμειακής ροής (…) Η υπερμεγέθης επιρροή της Κίνας στην αγορά εμπορευμάτων, συνδυασμένη με την ανάγκη για ουσιαστική αναπροσαρμογή της προσφοράς ώστε να επιστρέψει η βιομηχανία σε ισορροπία, καταδεικνύει πως αυτή δεν είναι φυσιολογική κυκλική πτώση, αλλά μια θεμελιώδης αλλαγή που θα τοποθετήσει ένα άνευ προηγουμένου επίπεδο πίεσης στις μεταλλευτικές εταιρίες».

Το «γεωπολιτικό»
(των διεθνών σχέσεων και του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού):

Η κατάρρευση της τιμής του πετρελαίου, των ορυκτών και των μετάλλων αποτελεί μεγάλο πλήγμα για χώρες όπως η Ρωσία, το Ιράν και η Βενεζουέλα, των οποίων η οικονομία εξαρτάται σε σημαντικό ποσοστό από τα έσοδα από εξαγωγές φυσικού αερίου ή πετρελαίου. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές τελευταίες ειδήσεις από το «μέτωπο» αυτό είναι ότι «ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα τρέχουν να προλάβουν χρεοκοπίες λόγω πετρελαίου» (ρεπορτάζ στους Financial Times). Αζερμπαϊτζάν, Εκουαδόρ, Βραζιλία, Βενεζουέλα και  Νιγηρία έχουν πλέον οξύτατο πρόβλημα, και οι εκπρόσωποι των ισχυρών πιστωτριών χωρών και των μεγάλων τοκογλύφων ΔΝΤ και Π.Τ. ανησυχούν για «κανόνια» στο κρατικό χρέος και τρέχουν να προτείνουν «προγράμματα σωτηρίας»…

Όμως, τα πράγματα για τις διεθνείς σχέσεις και ανταγωνισμούς σοβαρεύουν εξαιρετικά αν αρχίσουμε να μιλάμε για το Ιράν και τη Σαουδική Αραβία (και το μεταξύ τους ανταγωνισμό και τις παρενέργειές του σε όλο το σύστημα συμμαχιών και ανταγωνισμών στην ευρύτερη Μ. Ανατολή) και πολύ περισσότερο για τη Ρωσία, της οποίας ο ανταγωνισμός με τις δυνάμεις του δυτικού ιμπεριαλισμού είναι σε φάση όξυνσης. Στο λυσσαλέο ανταγωνισμό του με το Ιράν, το καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας δεν δίστασε να κερδοσκοπήσει με την πτώση της τιμής του πετρελαίου, πριονίζοντας το κλαδί στο οποίο κάθεται και το ίδιο: κατακόρυφη μείωση των κρατικών εσόδων, κρατικά ελλείμματα και χρέη, κατάστρωση σχεδίων για «πρόγραμμα προσαρμογής» σαν αυτά που πυροδότησαν την έκρηξη της «αραβικής άνοιξης» σε Τυνησία, Αίγυπτο κ.λπ… Και φυσικά, όταν φτάσουμε στη Ρωσία, η γεωπολιτική κερδοσκοπία (εκτός από τη χρηματιστηριακή, υπάρχει και τέτοια…) με την πτώση των τιμών του πετρελαίου γενικεύεται, αφού αφορά πλέον τον ίδιο τον ανταγωνισμό Δύσης – Ρωσίας, τους «δρόμους του πετρελαίου» (αγωγοί κ.λπ.), τη Συρία, τις σχέσεις Ρωσίας – Τουρκίας κ.λπ.

Η «φούσκα» έχει πάρει εφιαλτικές διαστάσεις

Με το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, η υφήλιος έμαθε έκπληκτη ότι υπάρχει μια αγορά (εν μέρει θεσμισμένη και εν μέρει άτυπη), η αγορά των παραγώγων και το χρηματιστήριό της (για το θεσμισμένο τμήμα της), όπου «τζογάρονται» απίστευτα ποσά, πολλαπλάσια του παγκόσμιου ΑΕΠ – δέκα ή και παραπάνω φορές μεγαλύτερα απ’ αυτό! Οκτώ χρόνια ύστερα από το ξέσπασμα της κρίσης, οι διαστάσεις αυτής της «φούσκας», αλλά και γενικότερα της χρηματο-οικονομικής «φούσκας», είναι ακόμη μεγαλύτερες, πραγματικά εφιαλτικές:

Σύμφωνα με την Phoenix Capital, η «φούσκα» των κρατικών ομολόγων, που το 2008 αντιστοιχούσε σε 80 τρισεκατομμύρια δολάρια, τώρα υπολογίζεται σε πάνω από 100 τρισ. δολάρια! Ακόμη χειρότερα, πάνω σε αυτή τη βάση έχει χτιστεί ένας εφιαλτικός «πύργος» παράγωγων προϊόντων αξίας 555 τρισ. δολαρίων. Την ίδια στιγμή, η αξία των εταιρικών ομολόγων (ομόλογα των επιχειρήσεων) από 3,5 τρισ. δολάρια το 2008 έχει αυξηθεί σε πάνω από 7 τρισ. δολάρια σήμερα (αύξηση 100%)!
Οι ίδιες οι κεντρικές τράπεζες, εμφανίζονται εκτεθειμένες το ίδιο ή και περισσότερο από όσο ήταν η Lehman Brothers όταν κατέρρευσε το 2008, εξαιτίας των πολιτικών διάσωσης με αφειδώς έκδοση χρήματος: η μόχλευση της Fed είναι 78 προς 1 και της ΕΚΤ 26 προς 1, όταν της Lehman ήταν 30 προς 1.
Το τραπεζικό σύστημα έχει αυξήσει την έκθεσή του στον «μεγάλο ασθενή» στον «μεγάλο ασθενή» της παγκόσμιας οικονομίας, τις Αναδυόμενες οικονομίες. Σύμφωνα με στοιχεία της BIS (Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών), το τραπεζικό σύστημα των χωρών του ΟΟΣΑ έχει αυξήσει κατακόρυφα την έκθεσή του στην Κίνα και τις υπόλοιπες Αναδυόμενες οικονομίες: τετραπλασίασε την έκθεσή του στην Κίνα (από 219 δισ. δολ. σε 762 δισ. δολ.) και τη διπλασίασε απέναντι στις λοιπές ασιατικές χώρες (από 1,18 τρισ. δολ. σε 2 τρισ. δολ.). Και, όπως υπογραμμίζει ο Γ. Αγγέλης σε άρθρο του στο «Κεφάλαιο», «το επίσημο χρηματοπιστωτικό σύστημα συμμετέχει στο ΑΕΠ τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή (Κίνα) περίπου κατά το ένα τρίτο (30%)»…
Ο συνολικός όγκος των παραγώγων στη θεσμισμένη και την άτυπη αγορά έχει ήδη από το 2014 ξεπεράσει τα επίπεδα του 2008 και αυξήθηκε πολύ πάνω από τα 700 τρισ. δολάρια (12 φορές το παγκόσμιο ΑΕΠ!).
Σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας έρευνας του Financial Stability Board, σε παγκόσμιο επίπεδο οι «αξίες» διαφόρων μορφών που διαχειρίζεται το «σκιώδες χρηματοπιστωτικό σύστημα» των ελάχιστα ελεγχόμενων funds και χρηματοπιστωτικών εταιρειών κάθε είδους που λειτουργούν εκτός του επίσημου τραπεζικού συστήματος ξεπερνούν τα 137 τρισ. δολ. Και, από αυτά, τα 36 τρισ. δολ. εκτιμάται από το FSB ότι αποτελούν κίνδυνο «για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα».
Το παγκόσμιο χρέος (κρατικό και ιδιωτικό) είχε ήδη αυξηθεί το 2014 κατά 57 τρισ. δολάρια σε σχέση με το 2008 (προστέθηκε επιπλέον χρέος σχεδόν όσο ένα παγκόσμιο ΑΕΠ!). Μιλώντας, για παράδειγμα, για την Ευρώπη, το κρατικό χρέος της Γαλλίας έχει ήδη ξεπεράσει το 97% του ΑΕΠ, της Ιταλίας το 136% του ΑΕΠ, της Ισπανίας πλησιάζει στο 100% του ΑΕΠ…
Σύμφωνα με το ΔΝΤ, από το 2004 μέχρι και το 2014 το χρέος των επιχειρήσεων κάθε είδους στις αναπτυσσόμενες οικονομίες αυξήθηκε από τα 4 τρισ. δολ. σε 18 τρισ. δολ. Στην Κίνα μόνο τον Σεπτέμβριο του 2015 το χρέος (κρατικό και ιδιωτικό) είχε ξεπεράσει το 196% του ΑΕΠ. Και από το χρέος αυτό το κομμάτι που έχει επαρκείς εξασφαλίσεις δεν ξεπερνά το 30%.
Σε αυτή την «πυριτιδαποθήκη» υπάρχουν πολλοί «τρελοί» που κυκλοφορούν με αναπτήρες…

Ο βαθύτερος φόβος

Ο ελβετικός τραπεζικός κολοσσός UBS, σε πρόσφατη έρευνά του, παρουσιάζει ως εξής το «κακό σενάριο» των πιθανών εξελίξεων, δηλαδή τι θα συμβεί αν επιβεβαιωθούν η λιγότερο αισιόδοξες προβλέψεις: υποχώρηση της ανάπτυξης στην Κίνα κάτω από 6%, μείωση της τιμής του πετρελαίου στα 25 δολάρια το βαρέλι, επιπλέον μείωση της τιμής των μετάλλων κατά 20%, μείωση του παγκόσμιου δείκτη τιμών μετοχών MSCI EM κατά 40%, μείωση του αντίστοιχου δείκτη των αναδυόμενων αγορών MSCI EM κατά 40%, υποτίμηση των νομισμάτων των Αναδυόμενων χωρών κατά 12 – 15%.

Ύστερα απ’ όλα αυτά μπορούμε να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα, πρώτα σε δημοσιογραφική γλώσσα: Ποιος εγγυάται ότι, σε ένα τέτοιο τοπίο παγκοσμιοποίησης και απίστευτων περιπλοκών της κρίσης, μία από τις πολλές θρυαλλίδες δεν θα πυροδοτήσει την «πυρηνική» βόμβα της χρηματο-οικονομικής «φούσκας», προκαλώντας μια υποτροπή της κρίσης που μπροστά της το 2008 θα μοιάζει με παιδικό πάρτι; Απολύτως κανείς…
Μπορούμε και πρέπει να πούμε το ίδιο πράγμα ως μαρξιστές: Τα εκατοντάδες τρισεκατομμύρια δολάρια της παγκόσμιας χρηματο-οικονομικής «φούσκας» είναι μια τεράστια, παράλογη στις διαστάσεις της απαίτηση έναντι του προϊόντος (του παραγόμενου πλούτου, του ΑΕΠ) και κατ’ επέκταση έναντι της εργασίας (των απαιτήσεων της εργατικής τάξης από το προϊόν). Όταν το χάσμα ανάμεσα στην καχεκτική και επιβραδυνόμενη ανάπτυξη και τη χρηματο-οικονομική «φούσκα» γίνεται τόσο ιλιγγιώδες, η ώρα που η «φούσκα» θα σκάσει, πλησιάζει… Ο κλασικός «μηχανισμός» της καπιταλιστικής κρίσης υπερσυσσώρευσης έχει πλέον ένα στοιχείο «μόχλευσης» που κάνει τρομερά καταστροφικότερα τα αποτελέσματά του. Και ταυτόχρονα η επιθετικότητα του κεφαλαίου ενάντια στην εργασία αυξάνεται.

Ας είμαστε έτοιμοι, για να αντιμετωπίσουμε και τα δύο!

Tου Πάνου Κοσμά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου