Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Σκέψεις για το αποτέλεσμα του Δημοψηφίσματος στην Ιταλία και ένα υστερόγραφο για την Αυστρία

Σκέψεις για το αποτέλεσμα του Δημοψηφίσματος στην Ιταλία και ένα υστερόγραφο για την Αυστρία

Ένα ακόμα ηχηρό "όχι" κλονίζει την ευρωζώνη

Υπάρχει  κάτι σάπιο στην καρδιά της Ευρώπης  και οι πολίτες το απορρίπτουν με κάθε δυνατή ευκαιρία.




«Το «ΟΧΙ» του ιταλικού λαού πολιτικός σεισμός για την Ιταλία και «βόμβα»για το ευρώ. Ο Ρέντσι παραιτήθηκε. Το κατεστημένο της ΕΕ συνετρίβη και δεν έχει κανένα μέλλον. Άμεση και επείγουσα η ανάγκη στην Ελλάδα για ένα μεγάλο μέτωπο όλων, χωρίς εξαίρεση, των αντιμνημονιακών δυνάμεων με αιχμή την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη και την θεσμοθέτηση εθνικού νομίσματος στη βάση ενός ριζοσπαστικού προγράμματος για μια βιώσιμη προοπτική ανασυγκρότησης της χώρας.»

Αρχικά πέντε παρατηρήσεις:
1.
Στην Ιταλία έχασε η ακολουθούμενη πολιτική που στηρίζεται στον νεοφιλελευθερισμό, στην λιτότητα, στον περιορισμό της ρευστότητας, που είναι συνυφασμένη στην κεντρική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης (είναι στο κατασκευαστικό DNA της)  και για αυτό αυξάνεται ο αριθμός όσων υποστηρίζουν την έξοδο από το ευρώ.
2.
Το αποτέλεσμα του Δημοψηφίσματος στην Ιταλία είναι ένα ακόμα ηχηρό «όχι» στην παντοκρατορία των τραπεζιτών , των οικονομικών και πολιτικών ελίτ.
3.
Στην  Ιταλία, ηττήθηκε ο εκλεκτός των Βιομηχάνων, Τραπεζών και Γερμανίας Ρέντσι, από ένα διαφορετικό  στο εσωτερικό του μέτωπο, όπου όμως ον τόνο έδιναν δυνάμεις της Αριστεράς και το Κίνημα των 5 Αστέρων, που σκόπιμα αν και «θολό», βαφτίζεται περίπου ως συγγενικό του λαϊκισμού της Λεπέν, ενώ κινείται σε εντελώς διαφορετικό άξονα.
4.
Οι συστημικοί  μηχανισμοί προσπαθούν να διαστρεβλώσουν ή ακόμα και να δυσφημίσουν αυτή τη δυναμική διαμαρτυρίας χρησιμοποιώντας τον διαρκή ιδεολογικό μπαμπούλα του «λαϊκισμού», που ολοένα και περισσότερο γίνεται ο απαξιωτικός χαρακτηρισμός για κάθε πολιτική τοποθέτηση που δεν ομνύει απόλυτη πίστη στον νεοφιλελευθερισμό και την «ευρωπαϊκή προοπτική».
5.
Το αποτέλεσμα είναι ένα ακόμα  ξέσπασμα της  βαθιάς πολιτικής κρίση που δεν αφορά μόνο τις επιμέρους πολιτικές ελίτ στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. αλλά και τον πυρήνα του ίδιου του «ευρωπαϊκού οικοδομήματος», μια κρίση στη δυνατότητα της «ευρωπαϊκής προοπτικής», της «ανταγωνιστικότητας», της «εμπιστοσύνης των αγορών» να αποτελούν αρμούς ενός ηγεμονικού προτάγματος.

Η μεγάλη πολιτική ήττα του Ιταλού πρωθυπουργού Ματέο Ρέντσι αλλάζει τα πολιτικά δεδομένα για τη Ρώμη και την ευρωζώνη. 
Η κυβέρνηση Ρέντσι επεδίωξε μια μείζονος κλίμακας συνταγματική αναθεώρηση που άγγιζε τον πυρήνα ουσιαστικά του συντάγματος: αλλαγή του τρόπου εκλογής της Γερουσίας και περιορισμός των αρμοδιοτήτων της, για να διευκολύνεται η ψήφιση fast-track νομοθετημάτων στη Βουλή. Ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του κεντρικού κράτους και περιορισμός των αρμοδιοτήτων των περιφερειών. Επικύρωση με συνταγματική ισχύ του νέου εκλογικού νόμου που είχε περάσει από τη Βουλή ο Ρέντσι αλλά εκκρεμούσε η εξέταση της νομιμότητάς του έναντι του Συνταγματικού Δικαστηρίου, νόμου που πρακτικά έδινε πολύ μεγάλη πλειοψηφία στο πρώτο κόμμα.

Το 60% υπέρ του ΟΧΙ στο Ιταλικό Δημοψήφισμα για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, δεν ήταν μόνο ένα ηχηρό χαστούκι στο πρόσωπο του πρωθυπουργού Ματέο Ρέντσι αλλά και μια ακόμη απόδειξη της βαθιάς κρίσης νομιμοποίησης των κυβερνήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των πολιτικών που ασκούνται στην Ευρωζώνη.

 Αυτό όμως που έχει ευρύτερη σημασία είναι πως ένας ακόμα λαός, οι Ιταλοί, εξέφρασε την αντίθεση του με την κατάσταση που επικρατεί στην ευρωπαϊκή οικονομία. 
Την αντίθεση του, με την πολιτική της λιτότητας που επιβάλλεται οδηγώντας τα κράτη και τις κοινωνίες σε ακόμα μεγαλύτερα αδιέξοδα.
Και όμως και μετά από αυτό το αποτέλεσμα, συνεχίζουν να λένε ότι το πρόβλημα είναι οι …μεταρρυθμίσεις.

«Οι κυρίαρχες τάξεις στην  Δύση εμφανίζουν το ιταλικό ΟΧΙ ως άλλο ένα σύμπτωμα μιας ξαφνικής «τρέλας», που μοιάζει να έχει προσβάλει τους λαούς, ενισχύοντας «λαϊκιστικές- εθνικιστικές» δυνάμεις τύπου Τραμπ, Λεπέν και πάει λέγοντας.
Πρόκειται για σύμπτωμα εθελοτυφλίας ενός συστήματος που κλονίζεται, χωρίς να διαθέτει έξοδο κινδύνου. Αν και είναι αλήθεια ότι δεξιές δυνάμεις, όπως η Forza Italia του Μπερλουσκόνι και η ξενοφοβική Λέγκα του Βορρά τάχθηκαν για τους δικούς τους λόγους υπέρ του ΟΧΙ, δεν αποτέλεσαν τους μόνους, ούτε καν τους καθοριστικούς παράγοντες.

Η Confindustria, δηλαδή ο ιταλικός ΣΕΒ, τάχθηκε υπέρ του ΝΑΙ, ενώ τα εργατικά συνδικάτα, συμπεριλαμβανομένης της γενικής συνομοσπονδίας CGIL, τάχθηκαν αναφανδόν με το ΟΧΙ, όπως έκαναν η Sinistra Italiana (Ιταλική Αριστερά), η κομμουνιστική Αριστερά και η ιστορική εφημερίδα Il Manifesto.

Το ίδιο το Μ5S, παρά την αντιφατικότητά του και την ιδεολογική πανσπερμία που το χαρακτηρίζει, γενικά υιοθετεί προοδευτικές θέσεις τόσο για τα οικονομικά και κοινωνικά θέματα, όσο και για τα θέματα εξωτερικής πολιτικής.
Ο βασικός παράγοντας που τροφοδότησε το ρεύμα του ΟΧΙ ήταν η αγανάκτηση της πλειονότητας των Ιταλών εναντίον της ασφυκτικής λιτότητας που υπαγορεύει η γερμανική ΕΕ και υλοποιούσε ο πιστός υπηρέτης της, Ματέο Ρέντσι.
Καθοριστικό ρόλο στην πτώση του Ρέντσι ήταν ο νόμος που πέρασε το 2014 για το εργασιακό (Jobs Act) κατ’ επιταγήν της Μέρκελ, απελευθερώνοντας τις απολύσεις και την επισφαλή εργασία. Ο νόμος αυτός πυροδότησε κύμα εργατικών κινητοποιήσεων (στη Ρώμη οι διαδηλωτές έφτασαν το ένα εκατομμύριο) και διάσπαση του Δημοκρατικού Κόμματος, με 30 βουλευτές να αποχωρούν και να σχηματίζουν την Ιταλική Αριστερά.
Το μεγάλο κόστος του δικού του αντεργατικού νόμου Ελ Κομρί πλήρωσε και ο Γάλλος κεντροαριστερός πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ, μηνύματα που δεν πρέπει να διαφεύγουν από τον Αλέξη Τσίπρα, που ετοιμάζεται να περάσει τη δική του, αντεργατική «μεταρρύθμιση» στο πλαίσιο της δεύτερης αξιολόγησης.»

Το ηχηρό όχι στο Δημοψήφισμα, που είχε ήδη καταγραφεί στις δημοσκοπήσεις, δεν προέκυψε απλώς από κάποια προσκόλληση των Ιταλών σε ένα συνταγματικό κείμενο, που σε πλευρές του μπορεί να είχε καταστεί και κενό γράμμα. Πάνω από όλα μέτρησε μια συνολικότερη αντίθεση και δυσπιστία απέναντι σε ένα ιταλικό πολιτικό σύστημα στο οποίο επαγγελματίες της πολιτικής εναλλάσσονται στην εξουσία προσφέροντας λίγο πολύ παρόμοιες πολιτικές, είτε πρόκειται για την «κεντροαριστερά» είτε πρόκειται για την «κεντροδεξιά» και την ίδια διαπλοκή με επιχειρηματικά συμφέροντα σε όλα τα επίπεδα, ένα σύστημα βαθιά πεπαλαιωμένο και εχθρικό για τους πολίτες.

Η προσπάθεια να δυσφημιστεί ουσιαστικά αυτή η δυναμική διαμαρτυρίας μέσα από την διαρκή επίκληση του «λαϊκισμού», του κύριου τρέχοντος ιδεολογικού μπαμπούλα, ή την ενορχηστρωμένη ταύτιση με τη φιγούρα του Τράμπ, δεν αναιρεί την ουσία: μια βαθιά πολιτική κρίση που δεν αφορά απλώς την καταδίκη πολιτικών ελίτ πλήρως αποκομμένων από τις αγωνίες των κοινωνιών αλλά και τον πυρήνα του «Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος».

Το «όχι» στην μεταρρύθμιση Ρέντσι επικράτησε με 60%, κάτι που αναδεικνύει την αντίθεση του ιταλικού λαού στην γενικότερη πρόταση του ιταλικού πρωθυπουργού. 
Ο Ματέο Ρέντσι παραιτείται όπως προανήγγειλε , ενώ το Κίνημα των Πέντε Αστέρων του Γκρίλο ζητά την άμεση προκήρυξη εθνικών εκλογών, με δεδομένη την σταθερή του θέση, για έξοδο της Ιταλίας από την ευρωζώνη, θέμα που είναι σίγουρο ότι θα βρεθεί στην ημερήσια διάταξη.
 Οι εξελίξεις προφανώς θα είναι ραγδαίες, αλλά είναι βέβαιο ότι και στον οικονομικό τομέα και κυρίως στο τραπεζικό σύστημα θα υπάρξουν εξελίξεις.

Δεν αποκλείεται το πολιτικό πρόβλημα που δημιουργήθηκε χθες το βράδυ να λυθεί, έστω προσωρινά, από την παρούσα Βουλή, η θητεία της οποίας λήγει το 2018. Θα μπορούσε να σχηματιστεί κυβέρνηση με άλλο πρωθυπουργό από το Δημοκρατικό Κόμμα, ή κυβέρνηση «μεγάλου συνασπισμού» Κεντροδεξιάς- Κεντροαριστεράς, όπως ήταν η προηγούμενη κυβέρνηση Λέτα, ή ακόμη και κυβέρνηση τεχνοκρατών, κατά το πρότυπο της κυβέρνησης Μόντι.

Σε κάθε περίπτωση, θα πρόκειται, πιθανότατα, για βραχύβια κυβέρνηση, με αποστολή την ψήφιση του προϋπολογισμού και ενός νέου εκλογικού νόμου που θα δυσκολεύει το σχηματισμό κυβέρνησης από το M5S, ώστε να οδηγηθεί στη συνέχεια η Ιταλία σε εκλογές.
Οποιαδήποτε άλλη λύση θα ισοδυναμούσε με ξεκάθαρο συνταγματικό πραξικόπημα, καθώς η Ιταλία θα αποκτήσει τον τέταρτο κατά σειρά πρωθυπουργό που δεν θα έχει εκλεγεί από το λαό. Μια εξέλιξη που θα εκτοξεύσει στα ουράνια την επιρροή του Μ5S και άλλων δυνάμεων που εμφανίζονται να αντιπαλεύουν το ιταλικό κατεστημένο.

Ο άμεσος κίνδυνος είναι να αποκτήσει, λόγω της πολιτικής αστάθειας, εκρηκτικό χαρακτήρα η ήδη σοβούσα κρίση του εξαιρετικά ευάλωτου ιταλικού τραπεζικού συστήματος, στο οποίο αντιστοιχεί το ένα τρίτο των κόκκινων δανείων ολόκληρης της ΕΕ. Κάτι τέτοιο θα προκαλέσει μια νέα κρίση της ευρωζώνης, ενώπιον της οποίας το ελληνικό πρόβλημα θα μοιάζει με τρικυμία σε ένα ποτήρι νερό.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι αντι- ΕΕ διαθέσεις κερδίζουν ταχύτατα έδαφος σε ολόκληρη την Ευρώπη και ότι η ευρωζώνη, με τη μορφή που την ξέρουμε, μπορεί να καταρρεύσει, ανεξάρτητα από τη βούληση των υποταγμένων στο Βερολίνο κυβερνήσεων.
Τόσο σε ιταλικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα υπάρξει προσπάθεια διαχείρισης της κατάστασης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα κλείσει εύκολα το πολιτικό ρήγμα
Ποτέ δεν ήταν περισσότερο επείγουσα η ανάγκη προβολής ενός πειστικού, αριστερού Σχεδίου Β, από ένα ισχυρό συνασπισμό δυνάμεων που θα διεκδικήσει τολμηρά την ηγεμονία στα λαϊκά στρώματα.

Υστερόγραφο (για το εκλογικό αποτέλεσμα στην Αυστρία ):


Ασφαλώς αποτελεί θετική εξέλιξη η νίκη ενός Πράσινου απέναντι σε έναν νεοφασίστα.
Η νίκη του “πράσινου”  Αλεξάντερ βαν ντερ Μπέλεν στην Αυστρία είναι μια αποκατάσταση της λογικής.
Η Αυστρία έδειξε ότι η επιλογή ανάμεσα σε δύο αντισυστημικούς  υποψηφίους έναν ακροδεξιό φιλοναζιστή κι έναν Πράσινο ανεξάρτητο της Αριστεράς, η λύση ήταν αυτονόητα προοδευτική.
Η ξενοφοβία και ο εθνικισμός δεν νίκησαν, αλλά με βάση το ότι ο Μπέλεν πήρε το 51,68% των ψήφων και ο ακροδεξιός αντίπαλος του Νόρμπερτ Χόφερ το 48,32%, (Ναι! Ένας στους δυο ψήφισαν φασίστα) δείχνει πως υπάρχει μεγάλο πρόβλημα…
Ο ακροδεξιός υποψήφιος μπορεί, βεβαίως, να ηττήθηκε αλλά το ποσοστό που συγκέντρωσε δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο και καταδεικνύει την επικίνδυνα μεγάλη επιρροή των ακροδεξιών προταγμάτων και μάλιστα σε μια χώρα όπως η Αυστρία, η οποία έχει δοκιμαστεί από τον φασισμό.

Από την άλλη, η νίκη του Μπέλεν, στο βαθμό που ο τελευταίος, όπως όλα δείχνουν, συνεχίσει να ακολουθεί μακαρίως τις ίδιες νεοφιλελεύθερες πολιτικές, θα επιφέρει νέα ακόμη μεγαλύτερα κύματα λαϊκής οργής και αγανάκτησης, που μπορεί να τροφοδοτήσουν πολύ πιο μαζικά το νεοφασισμό.
Ταυτόχρονα όμως η επιλογή ήταν ανάμεσα σε δύο πρόσωπα εκτός των συστημικών κομμάτων.
Αυτό δεν μεταφράζεται καθόλου σε δικαίωση του φιλοευρωπαϊκού κατεστημένου. Και οι δύο εκπρόσωποι αυτού του κατεστημένου στον πρώτο γύρο των αυστριακών προεδρικών εκλογών, τον περασμένο Απρίλιο, δηλαδή οι υποψήφιοι της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς, κατατροπώθηκαν με ποσοστό 11%, που τους έφερε στην τέταρτη και πέμπτη θέση. Επομένως, μαύρη καταχνιά και στην Αυστρία για τις συστημικές, φιλοΕΕ δυνάμεις.

Με την συνδρομή και την βοήθεια των Π.Π και Π.Σ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου