Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Συνεχίστε (με) την φαντασία, ο χώρος δεν φτάνει !..

Συνεχίστε (με) την φαντασία, ο χώρος δεν φτάνει !..




Ο Ιούνιος παρελθόν, ο Ιούλιος και αυτός το ίδιο και Αύγουστος στα μέσα του, λίγο μετά το Πάσχα του Καλοκαιριού αποσύρεται σιγά σιγά  χωρίς φασαρία και χωρίς αποτυπώματα.
Η φύση θα έπρεπε να  συμπεριφερθεί αλλιώς.
Θα έπρεπε να είχε χαρίσει περισσότερους Ιούλιους κα Αύγουστους  στο χρόνο (και στους ανθρώπους),  περισσότερα Καλοκαίρια.
 Αλλά η φύση είναι πολύ αυστηρή στις αιτιοκρατικές σχέσεις ακολουθεί μια αυστηρή οικονομία στη διάταξη και τη διαδοχή των υλικών.

Μέσα στην τόση ταραχή, το καλοκαίρι υπενθυμίζει την παρουσία του αλλά και διακριτικά αποσύρεται για να μη δώσει στόχο, επιτρέποντας μόνο σε  αιχμές «αποπροσανατολισμού», συμμεριζόμενο όλους εμάς την ανάγκη και τη χαρά μιας νίκης, μιας κάποιας νίκης, έστω και στις ρακέτες.

Κι όμως, κάθε που ξεκινάει το καλοκαίρι είναι σα να δίνεται μια υπόσχεση πως ο κόσμος (ακόμα κι η ζωή σου) μπορεί να ξαναρχίσει, έχει βλέπεις η προαναγγελία της Άνοιξης(όπω ςκαι το Φθινόπωρο του Χειμώνα).
 Οι αρχές του καλοκαιριού  προετοιμάζουν ένα θρίαμβο.
Που είναι βέβαιος. Με τόση αιθρία τίποτα δεν μπορείς να πάρεις τόσο σοβαρά που να σε γονατίσει.
Ούτε κακοπιστίες, ούτε λοιπούς τραυματισμούς.
Κι αν ένα σύννεφο φερμένο από δυτικά αδειάσει τη βροχή του, μοσχοβολάει σαν αναγέννηση, δεν φέρνει θλίψη.
Δεν είναι ικανό!
 Κι ένας βοριάς που εισβάλλει με βία στο πέλαγο απλώς ανατριχιάζει την ακτή, την εξοχή δεν μπορεί να την αλλάξει.
Αυτή είναι η δόξα του!..(του καλοκαιριού)

Τώρα στα τελειώματα, στα μέσα προς τα τέλη του ο Αύγουστος,  το Καλοκαίρι ….
Τι σου είναι το Καλοκαίρι;
 Ζεστή, βαθιά και  όμορφη εποχή και  περισσότερο ο Αύγουστος , ποιος έχει αντίρρηση;

Να, για τον Αύγουστο (και όλο το καλοκαίρι )ευχόμαστε να ήταν δυο φορές τον χρόνο,  ανοιχτά παράθυρα για τη ζέστη και ανοιχτοί πόροι των σωμάτων για την έλευση της ομορφιάς, δρόσισμα του σώματος και των αισθήσεων, η Θάλασσα(για κάποιους και το βουνό), το γαλήνεμα της ψυχής, η ευτυχία των συναντήσεων και των ανταμωμάτων, το ξέδομα, οι παρέες, ένα κρασάκι, οι βόλτες, διασκέδαση (ακόμα και στις αυλές), μια συναυλία,  μια παράσταση (κινηματογραφική ή θεατρική  )οι χαρές των παιδιών, η απόλαυση φρούτων, των χυμών  και  των ευωδιών του.

Καλοκαίρι και  συμβιβάζεσαι με αυγουστιάτικες ελπίδες, μισές – παριστάνεις πως είναι ακόμα Ιούλιος και κυκλοφορείς με ένα υπόλοιπο αμεριμνησίας, χωρίς τηλεφωνήματα και υπενθυμίσεις, αλλά στην πραγματικότητα ξαναμαζεύεις τα τμήματα της πανοπλίας σου, που αμέλησες, να τα περιποιηθείς, να τα γυαλίσεις, να σε χωρέσει πάλι, να σε προστατεύσει(να κρυφτείς ;).

Μαλακώνει (το καλοκαίρι) επίσης τα εκρηκτικά που κουβαλάει ο καθείς μέσα του και αυτά που έρχονται μαζί με την επόμενη εποχή μετά το καλοκαίρι.
Το καλοκαίρι που κανείς (μικρός ή μεγάλος)δεν θέλει να τελειώσει.

Καλοκαίρι , εποχή  όμορφη, θελκτική και ξελογιάστρα . Όμως ακόμα κι αν διαρκεί πολύ δεν επεκτείνει το χρόνο, και κυρίως δεν τον αναστέλλει.
Μόνο τον περιέχει σε πυκνότητα.

Αλλά στεναχωριόμαστε, από επερχόμενη απώλεια αυτής της ομορφιάς.
Μαζεύεις και τους ανάλογους καρπούς, και τις υπομονές, τα αποθηκεύεις να είναι έτοιμα για έναν ακόμα επερχόμενο χειμώνα.
Που δείχνει δύσκολος με τα φριχτά κι αλλοπρόσαλλα μνημόνια .
Σε εμπόλεμη ζώνη ζούμε … και θα αγριέψει το πράμα  το φθινόπωρο και τον Χειμώνα.
Γιατί αν θέλουμε καλοκαίρια πρέπει (αυτό το άτιμο το πρέπει πάντα μου ξεπηδά μέσα στις προτάσεις μου), πρέπει λοιπόν κάποτε να σηκωθούμε από το άραγμα κάτω από τις ομπρέλες και πάνω στις ξαπλώστρες ( της ζωής μας…)
 Να μην γίνουμε βράχοι

Γιατί ο βράχος της ακτής  έχει μείνει εκεί αιώνες.
Έχει διακόψει την επίθεσή του στο νερό, παραδέχθηκε την ήττα του.
Κι έτσι έμεινε απέναντι σε μια θάλασσα που τον διαβρώνει.
Και τον μικραίνει.
Έτσι είναι, αν δε νικήσεις το χρόνο, θα μείνει ακλόνητος να σε διαβρώνει ακόμα και ως βράχο.
Το νερό και το χρόνο δεν μπορείς να τα αγνοήσεις.

Εν τέλει, ανάγκη  είναι η ζωή να  ξαναρχίσει να μετράει από νέα (μας) αρχή.
Για τα επόμενα καλοκαίρια μας  πάλι!..

Κάποιοι θα πουν, « μα μέχρι και το Καλοκαίρι πολιτικοποιείς», «άσε μας να το απολαύσουμε, να ξεφύγουμε».
Ναι !
Ανάγκη (και μεγάλη) η ξεκούραση, η ξεγνοιασιά, οι διακοπές (που δεν έχουν πάρα πολλοί ), αλλά αυτό να μην διαρκεί όλο το χρόνο.

…αλλά  να μην λιώσουμε(από την ζέστη κλπ)…
γιατί θα μας λιώσουν( από τα μέτρα, του φόρους και την ανέχεια..),
..έρχεται δύσκολος χειμώνας…

Συνεχίστε τη φαντασία( έχουμε αλήθεια ?),  
με πάθος (μήπως καταλάγιασε ?-αν υπήρχε..),
 να  βρεθούμε σε  θέση να υψωνόμαστε  στην αλήθεια, πληρώνοντας τι συνέπειες,
να είμαστε πολλά χρώματα( και όχι γκρι…).
όρθιοι( και όχι σκυφτοί..),
και ξάγρυπνοι( και όχι κοιμώμενοι..)
εμένα ο χώρος δεν με φτάνει (θέλω ανάσες και ορίζοντές μακρινούς ….)

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Τα ΜΜΕ (και της Ηλείας) σε πορεία παρακμής

Τα ΜΜΕ (και της Ηλείας) σε  πορεία παρακμής      
   



Κομπάζουν πολλοί, φιλελεύθεροι, μεταμοντέρνοι, υποταγμένοι, καιροσκόποι και λοιποί συγγενείς τους (ιδιοκτήτες μέσων ενημέρωσης- κυρίως -, πολιτικοί και δημοσιογράφοι) ότι στη χώρα μας, στον τόπο μας, στην Ηλεία, επικρατεί η ελευθερία του λόγου και άρα η ελευθερία του Τύπου.
Διαφωνώ.

Μια άλλη κινητικότητα, το ίδιο ή μάλλον περισσότερο ψευδεπίγραφη, κυριαρχεί σήμερα σε αυτό που αποκαλούμε αισιόδοξα δημόσιο διάλογο και που αποτελείται κατά κύριο λόγο από τους μονολόγους των πολιτικών και το των παπαγάλων των Μέσων της μη επικοινωνίας.

Μέσα ( και  της Ηλείας) ενημέρωσης , με εξοντωτικά ωράρια για τους δημοσιογράφους και άλλο προσωπικό, κακοπληρωμένο (με μισθούς που ξεκινούν από 250 ευρώ και οροφή τα 600-700 ευρώ),με πληρωμές έναντι και πολλά χρωστούμενα  ( υπάρχουν ΜΜΕ στην Ηλεία που χρωστούν 4-5 μήνες στους υπαλλήλους τους) και την απειλή της απόλυσης να επικρέμαται  της κεφαλής τους.

Μέσα ( και  της Ηλείας) ενημέρωσης, που οι ιδιοκτήτες  τα χρησιμοποιούν  για να εξυπηρετήσουν τις άλλες εταιρείες συμφερόντων τους, εκβιάζουν  και απειλούν, πολιτικούς και αυτοδιοίκητους ( και αυτοί οι νάνοι χορεύουν στο ρυθμό των εκβιαστών), που πάντα τα έχουν καλά με την κάθε κυβέρνηση και ταυτόχρονα κλείνουν το μάτι στη αντιπολίτευση (που θα γίνει κυβέρνηση) , χαϊδεύουν τα ορθόδοξα τμήματα της αριστεράς για να έχουν την ανοχή τους, σε ένα διαρκή χατζιαβατισμό.

Μέσα ( και  της Ηλείας) ενημέρωσης,
που αντί να :

1. Δρουν ελεγκτικά απέναντι στο κράτος και την τοπική εξουσία (βουλευτές, Περιφέρεια, Δήμοι κλπ) και παρακολουθούν την άσκηση των τριών εξουσιών, αποκαλύπτοντας τυχόν καταχρήσεις και εξασφαλίζοντας τη διαφάνεια, να επιτελούν δηλαδή το ρόλο "φύλακα".
2. Παρέχουν ενημέρωση σχετικά με δημόσια ζητήματα πλουραλιστικά( και όχι με βάση τις  σχέσεις και κολλητηλίκια),
3. Μεταφέρουν τη φωνή του λαού, αναδεικνύουν τα προβλήματα  και τις αιτίες τους και  όλες τις διαφορετικές απόψεις

έχουν μετατραπεί

φερέφωνα και της κάθε εξουσίας, γελοίοι υποστηρικτές, αντί ελέγχου χειροκροτητές και κλακαδόροι, που δεν ασκούν καμία κριτική, με χαρακτηριστικό παράδειγμα πως κανένα ΜΜΕ της Ηλείας ( τα τρία Π εννοώ κυρίως ) δεν έχουν κάνει καμία κριτική στο Δήμαρχο(ολετήρα) Πύργου Γ. Λιατσή ( ούτε όταν βρώμαγε ο Δήμος από τα σκουπίδια ), σε κανένα Δήμαρχο, ποτέ στην Περιφέρεια, σε κανένα Βουλευτή, όλοι τα κάμνουν καλά …( τι ξεπεσμός!)

σε δίαυλους  της εξουσίας και κάθε  βλαχοδήμαρχου (εδώ συμπεριλαμβάνονται οι βουλευτές, οι Δήμαρχοι,  οι της Περιφέρειας και τα  κάθε είδους φρούτα πολιτευτές που θέλουν να ιππεύσουν τους Έλληνες , τους Ηλείους κλπ..),

εργολάβους προβολής όλης αυτής  γραβατωμένης( και μη) μιζέριας έναντι αντιπαροχών διαφόρων ειδών με  διαδρομές( με την εξουσία και τους επιδιώκοντες αυτήν)  είτε  εμφανείς είτε  υπόγειες και κάτω από το τραπέζι,

από τέταρτη εξουσία να διαχειρίζονται θέματα( και πολλά χρήματα)  της  δεύτερης εξουσίας ,της εκτελεστικής όπως ο προεδράκος που έχει κάνει τσιφλίκι του  το Λιμενικό Ταμείο (έναντι αντιπαροχής λιβανίσματος του Λιατσή ) και που εκτός των άλλων αποδεικνύει την πλέρια ανικανότητα του με μηδέν έργο,

σε μέσα μαζικής ενημέρωσης που τους λείπει η αντικειμενικότητα ή λειτουργούν χάρη συμφερόντων και για αυτό παρασιωπούν, αποσιωπούν και  απονεκρώνουν κάθε κριτική και αντίλογο.

Τα μέσα (όνομα και πράγμα .. αλλά για ίδιον όφελος και άλλους σκοπούς ) ενημέρωσης έχουν μείνει στο πρώτο σκέλος του δημοσιογραφικού καθήκοντος (λειτούργημα το λένε) , αυτό της παρουσίασης των γεγονότων (τροχαίο, πυρκαγιά, εκδήλωση, ομιλία, σύσκεψη κλπ) και

 ξεχνούν την αναγκαία εμβάθυνση στο  γεγονός ( πχ Πυρκαγιά : ποιος ευθύνεται, μήπως πάσχει το όλο σύστημα, ποιος ο συντονισμός, ποιες αιτίες των ελλείψεων των εναέριων μέσων-πχ μνημόνια και περικοπές λόγω αυτών- , το θέατρο της δήθεν προετοιμασίας –ΣΟΠΠ,ΣΤΟ κλπ- το καραγκιοζιλίκι των «επί τόπου», η εκμετάλλευση της καταστροφής με τις κάθε είδους αποζημιώσεις και μέτρα ..κτλ.),

από το γνωστό δημοσιογραφικό εξάπτυχο «Ποιος ,Τι ,Πού , Πότε Πώς και Γιατί;» ξεχνούν το τελευταίο (το γιατί ) ,όχι γιατί  είναι άθλια η Εθνική Οδός Πύργου-Πατρων ως αίτιο ενός τροχαίου , αλλά γιατί δεν κατασκευάστηκε αυτοκινητόδρομος ποιος ευθύνεται (βουλευτές, Κατσιφάρας,Δήμαρχοι, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ κλπ)


Υπάρχουν  ευτελισμένα πλέον τα media γιατί,

κανένα τους δεν προσφέρει ενημέρωση, ουδέτερη, αποστασιοποιημένη, δημοσιογραφική,

κανένα τους δεν τηρεί στο ελάχιστο κανέναν όρο της δημοσιογραφικής δουλειάς,

γιατί είναι ήδη ξεπουλημένα σε πολιτικές και επιχειρηματικές γραμμές, δέσμια των δανειστών και της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με μόνο ρόλο τους να μετέχουν ή να κατευθύνουν πολιτικά παιχνίδια στο εγχώριο και τοπικό  πολιτικό σύστημα, κάνοντας ντόρο και πληροφοριακή φασαρία,

στοχεύοντας  τα πιο ταπεινά και άσχημα ένστικτα, «πουλούν»   μέσω του  πόνου (τροχαία, δολοφονίας κλπ), της δυστυχίας (φτώχεια, ανημποριά, κλπ)  και της ψεύτικου ερωτισμού (sex, γκομενιλίκια, απιστίες, πονηρές φωτογραφίες, κλπ) για να ανεβάζουν αναγνωσιμότητα ή επισκεψιμότητα..,

«οι πολλοί κεκόρηνται όκωσπερ κτήνεα» (Οι πολλοί ικανοποιούνται με το να είναι χορτασμένοι, ακριβώς όπως τα κτήνη.)

Αλλά και οι εργαζόμενοι σε εφημερίδες, ραδιόφωνα, τηλεόραση, internet
είτε είναι πειθήνιοι και υπάκουοι στην κυβερνητική και γενικότερα στη συστημική προπαγάνδα (εξωραϊσμός του πολιτικού συστήματος που ευαγγελίζεται τις ίσες ευκαιρίες και την ελευθερία – αυτονόμηση της αγοράς)
είτε αναγκάζονται να αυτολογοκριθούν για να μη χάσουν τη θέση τους ( έχω παιδιά , τι να κάνω μου είπε ένα φίλος δημοσιογράφος…) –δεκάδες είναι στην Ηλεία οι άνεργοι δημοσιογράφοι και άλλοι υπάλληλοί των ΜΜΕ-  ή για να μην υποστούν μείωση μισθού
ή… εκφράζονται ελεύθερα, με τολμηρή και ριζοσπαστική φωνή και κλείνουν για αυτούς όλες οι πόρτες..

Και πανελλαδικά και στην Ηλεία υπάρχουν ικανότατοι δημοσιογράφοι, που σέβονται την εργασία τους και τον αναγνώστη(τηλεθεατή, ακροατή..) και υπάρχουν εξαιρετικές αποκαλυπτικές στιγμές στη δημοσιογραφία,  υπάρχουν εστίες ελεύθερης διακίνησης ιδεών, πυρήνες αμφισβήτησης, κριτικής και αντίστασης, δυστυχώς όμως δεν έχουν ικανή ή εμβέλεια· απευθύνονται σε λίγους, που και αυτό δεν μειώνει την τεράστια προσφορά τους.

Όμως το συνολικό  είναι ότι ένας γελοιότροπος αέρας πνέει στη χώρα και στην Ηλεία  που έχει αλώσει εντελώς την ελευθερία του Τύπου, σχεδόν την έχει εξευτελίσει.

Όταν μιλάμε,
 για ελευθερία του Τύπου (για δημοκρατία, δικαιοσύνη και λοιπά),
της  εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος μέσω του Τύπου ( ως τέταρτη εξουσία),
της άσκησης  κριτική στην πολιτική εξουσία και ελέγχοντάς την εξονυχιστικά,
της μεταφοράς του λαϊκού παλμού κι αντιπροσώπευσης της κοινής γνώμης στην κυβέρνηση, στην Περιφέρεια στους Δήμους, στους βουλευτές κλπ , της  ενσάρκωσης  τη "φωνή του λαού στους διαδρόμους της εξουσίας",

 οφείλουμε να είμαστε σοβαροί και προσεκτικοί, τουλάχιστον όχι τόσο αφελείς όσο είναι οι πλείστοι.

Ο πλουραλισμός στον Τύπο είναι ισχνός, ανύπαρκτος· η σύγκρουση ιδεών είναι ατροφική· ο κρατικός μηχανισμός παραμένει αλώβητος και ατιμώρητος, μυστικός εν πολλοίς για τους πολλούς, οι «αποκαλύψεις», τα θέματα, και κριτικές,  φιλτραρισμένες, επιλεκτικές, διατεταγμένες και εξυπηρετούν μόνο τα ίδια συμφέροντα (πολιτικά, οικονομικά, προσωπικά) σε μια στενή σύνδεση, αλληλεξάρτηση και (δια) πλοκή…

Με όλα αυτά ίσως γίνει κατανοητή η καθυστέρηση της Ηλείας, σε υποδομές, ανάπτυξη, έργα, Πανεπιστήμιο, Βιομηχανική Ζώνη, ανάπτυξη Ολυμπίας αυτά που μας οπισθοδρομούν.

Είναι πολλοί που ντρέπονται για τα έργα και τις ημέρες τούτης τούτων όλων (πολιτικού συστήματος, εκδοτών, κολαούζων και εξαπτέρυγων) δεν κάνουν κάτι δραστικό· εξοργίζονται μεν, αλλά η οργή, βουλιάζει στο καναπέ,  ξεσπά στους τοίχους των καφενείων ή στην τσίκνα της ταβέρνας (για όσους μπορούν να επισκέπτονται ακόμη τέτοια μέρη· οι άλλοι τρώγονται με τα ρούχα τους).


Απέναντι στο διογκούμενο κύμα ανοησίας, αφασίας και διαπλοκής είναι επίσης απαραίτητο να αντιτάξουμε κάποιες αρνήσεις διότι ο βούρκος που μας  ρουφά και μας  εξαφανίζει υπάρχει εξ αιτίας της δικής μας  σιωπής και αποδοχής…

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Αφού είμαστε μέρος του όλου, το όλον δεν εξαρτάται και από εμάς;

 Αφού είμαστε μέρος του όλου, το όλον δεν εξαρτάται και από εμάς;




Δεν υπάρχουν οπαδοί της κατήφειας ή του πολιτικού πένθους, υπάρχουν απλώς κατηφείς άνθρωποι ή πολιτικά πενθούντες.
Αυτό δεν οφείλεται σε κάποια εγγενή ανωμαλία.
Φαίνεται να είναι προϊόν της εξασθένησης του πολιτικού ενθουσιασμού την οποία προκαλούν οι αντιπροσωπευτικές(...)  δημοκρατίες, οι οποίες έχουν αφαιρέσει από τον πολίτη κάθε υπευθυνότητα, ενσπείροντας την απόγνωση και την εξαθλίωση, την κοινωνική δυστυχία.

Για να επανακάμψει η πολιτική δράση, μάλλον η πολιτική της δράσης, χρειάζεται να ταρακουνηθούν τα ζωντανά πολιτικά κύτταρα, που έχουν καταχωνιαστεί από τη μαγεία των μίντια και τον πολιτικό τυχοδιωκτισμό πολλών που λυμαίνονται την πολιτική εξουσία.

Κομμάτι δύσκολο, αφού πολιτικά προτάγματα δεν υπάρχουν ώστε να εμφυσήσουν μια ελπίδα.

Η αδιαφορία για τα πολιτικά ζητήματα, για θέματα δηλαδή που μας αφορούν ουσιωδώς, είναι γνωστή στην εξουσία η οποία μάλιστα, με θαυμαστό τρόπο, καταφέρνει όχι μόνο να τη διατηρεί αλλά και να την επαυξάνει μέσω κυρίως της τηλεόρασης ή της ψευδαίσθησης ελευθερίας που προσφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Τα δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας στην TV και η ατομική έξαρση στο internet υποκαθιστούν το μεγαλείο της συμμετοχής στα κοινά και λειτουργούν ως αντίδοτο στην εξαπλωμένη αθλιότητα (αποχαύνωση).

 Αυτά δεν είναι παρά σπασμοί εξέγερσης· οι εξεγερμένοι θεωρούν ότι κάνουν τη δική τους επανάσταση,
είτε εμφανιζόμενοι για λίγο στην ΤV,
είτε ικανοποιούμενοι από τα likes ενός κειμένου τους στο διαδίκτυο
είτε επαναπαυόμενοι στην ανάθεση των υποθέσεων  τους δια της ψήφου στις εκλογικές αναμετρήσεις και στις  οποίες προκύπτουν και επιπίπτουν ημών Τσίπρες, Μητσοτάκηδες, Κατσιφάρες, Λιατσήδες, Μπαλαούρες και το κακό συναπάντημα  .

 Στην ουσία κλείνονται στη ματαιοδοξία και το εφησυχασμό  τους και σ' έναν μικρόκοσμο από τον οποίο απουσιάζει η δράση, ο αγώνας, η συγκίνηση και η τεχνουργία του μέλλοντος.

Χάνεται έτσι η τεράστια δύναμη του πάθους για πολιτική αλλαγή, για συμμετοχή μας στις αποφάσεις που αφορούν το παρόν και το μέλλον της αμέτοχης κοινωνίας, αποκλείονται οι συλλογικότητες και κάποιο κοινό πολιτικό πρόταγμα.

Ανάγκη πάσα λοιπόν μια επανεκκίνηση της πολιτικής, όχι όμως αυτής όπως ασκείται σήμερα, από επαγγελματίες δηλαδή πολιτικούς ή από κομματικά φερέφωνα.

Χρειάζεται μια ριζική αλλαγή της έννοιας που προϋποθέτει φυσικά ριζική αλλαγή της συνείδησης, η οποία θα εμπεριέχει και την ορθοκρισία και τη δυναμική του ενθουσιασμού, θα οδηγεί δηλαδή προς μία ανοιχτή πολιτική συμπεριφορά με βάση τον διάλογο και την πολιτική κρίση.

Οι ιστορικοί μάς λένε ότι τέτοιες αλλαγές, καίτοι απρόβλεπτες, έχουν επέλθει, μέσα από αρχικά ανεπαίσθητες πράξεις, που στην πορεία βρήκαν διαδρομές τόσο περίπλοκες για την εξουσία ώστε ήταν αδύνατον για την τελευταία να τις ανιχνεύσει.
 Άρα οφείλουμε να αρθρώσουμε τον πρώτο αντιεξουσιαστικό φθόγγο, να τραυλίσουμε έστω την εκρίζωση της απόγνωσης- κάπως έτσι.
Γνωρίζουμε (;) ότι δεν υπάρχει αθώο γίγνεσθαι στην πολιτική και, γενικότερα στ' ανθρώπινα· όλα κατ' έριν γίνεται, είχε συμπεράνει ο Ηράκλειτος, όλα δηλαδή κινούνται από τη φιλονικία, από τη σύγκρουση.

Φαντάζει συνετό να κάνουμε το πρώτο βήμα για την απελευθέρωση της συνείδησης από την παθητικότητα και έναν δύσπεπτο για τους πολλούς ραγιαδισμό.

Είναι ηθικώς απρεπές να θεωρούμε ότι μας αξίζει η εξαθλιωμένη ζωή, η στενοχώρια, το άγχος, η απογοήτευση, η απελπισία, κυρίως διότι αυτή την αντίληψη τη διακινεί η ανήθικη πολιτική εξουσία.

Οφείλει να οβελιστεί (να απομακρυνθεί, απορριφθεί )ο όρος «ρημαγμένη ζωή» διότι η ζωή είναι πλούσια, άφθονη σε συγκινήσεις και ομορφιά και σε ενδιαφέροντα.
Οφείλουν οι πράξεις και οι κινήσεις μας να γίνονται με φινέτσα, να έχουν χαρά, γούστο, λεπτό γούστο που μόνο από την επαφή με την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο αποκτώνται.

Αφού είμαστε μέρος του όλου, το όλον δεν εξαρτάται και από εμάς;
Εάν αυτό ισχύει πρέπει να συνεισφέρουμε ώστε αυτό το όλον να βελτιωθεί, να γίνει δημοκρατικό, ειρηνικό, ανθρώπινο.
Και, τέλος πάντων, καλύτερα να κάνουμε κάτι, έστω και το ελάχιστο, παρά τίποτα· ποιος δεν συμφωνεί;

Το πρώτο βήμα οφείλει να είναι απελευθερωτικό, όχι χαζοχαρούμενα αισιόδοξο, αλλά, ωθούμενο από το πείσμα ότι η ζωή είναι ωραία και την ασχημαίνουν η αδιαφορία της κοινωνίας για την πολιτική και μερικοί τζιτζιφιόγκοι που παριστάνουν τους πολιτικούς (ηγέτες).

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Το παράθυρο, το ξέφωτο και οι δύο δρόμοι

Το παράθυρο, το ξέφωτο και  οι δύο δρόμοι




«Δεν βλέπω φως πουθενά. Κουράστηκα να προσπαθώ, να δουλεύω και να μην τα καταφέρνω. Βαρέθηκα να βλέπω ανάξιους να επιβιώνουν και να ζουν καλά, ενώ εγώ όσο και αν προσπαθώ να μην πηγαίνω μπροστά. Όλα αυτά για τα οποία τόσα χρόνια πάλευα, τα βλέπω να χάνονται κάθε μέρα λίγο λίγο».

Αυτές τις ίδιες κουβέντες ακούμε, με μικρές παραλλαγές αλλά την ίδια ουσία, σχεδόν κάθε μέρα, σχεδόν από όλους.
Οι περισσότεροι κοιτάζουμε γύρω μας και το μόνο που βλέπουμε είναι αγωνία, ανασφάλεια, αδικία.

 Ίδια ή παρόμοια με τη δική μας.
Πριν από λίγα χρόνια, αν ακούγαμε κάποιον ή κάποιους να παραπονιούνται για την οικονομική ή επαγγελματική τους κατάσταση, τους κοιτάζαμε με κάπως περίεργο βλέμμα, σκεπτόμενοι ενδεχομένως ότι μπορεί να το έκαναν επίτηδες: ότι τους άρεσε να τους λυπούνται, πως στην πραγματικά έκρυβαν την όποια ευμάρειά τους πίσω από δήθεν παράπονα, ίσως είχαν γεννηθεί εκ φύσεως αχόρταγοι ή ακόμη και φιλάργυροι. Πιθανόν να ήταν αλήθεια για κάποιους αυτή η υποψία.

Και τώρα ο κόσμος γύρισε ανάποδα.
Οι περισσότεροι, λίγο έως πολύ, έχουμε χάσει πολλά από αυτά που απολαμβάναμε –άλλοτε με μέτρο και άλλοτε στην υπερβολή τους– και οι λέξεις «στοιχειώδης ασφάλεια» είναι κάτι σαν άπιαστο όνειρο. Το χειρότερο είναι όταν αυτοί που ακόμα έχουν μια δουλειά για την οποία πληρώνονται νιώθουν ενοχή γι’ αυτό, που δεν ανήκουν δηλαδή σ’ αυτό το 30% των ανέργων που αναζητούν μια θέση στον ήλιο ή στους «εργαζόμενους» των λόγωνωρών και των λίγων ημερών, ή στο αδιευκρίνιστο ποσοστό αυτών που δουλεύουν αλλά δεν πληρώνονται.

Υπάρχουν βέβαια κι αυτοί οι λίγοι –ελάχιστοι θέλω να πιστεύω– που υποστηρίζουν με σθένος ότι για να μη δουλεύει κάποιος, σημαίνει ότι δεν θέλει να δουλέψει ή δεν έκανε καλά τη δουλειά του, δεν την άξιζε και γι’ αυτό την έχασε. Ή ακόμη ότι έχει «τη μύτη του ψηλά» και δεν καταδέχεται κάποιες δουλειές, ότι δεν ψάχνει αρκετά ή ψάχνει λάθος, ότι προτιμά να τρώει τα έτοιμα που του προσφέρουν άλλοι. Αν μάλιστα δεν «κλαίγεται», τότε από κάπου τα παίρνει μαύρα. Ίσως για κάποιους κάτι από όλα αυτά να ισχύει.

Μπορούμε να ξεχωρίσουμε κι εκείνους που πιστεύουν ότι για να δουλεύει κάποιος, δεν μπορεί, κάτι ύποπτο συμβαίνει. Κάποιος μπάρμπας από την Κορώνη έχει φροντίσει γι’ αυτόν και θα φροντίζει στον αιώνα τον άπαντα, ώστε ο παντοιοτρόπως βολεμένος να μείνει εξασφαλισμένος και τυχερός. Δεν είναι καλός, πόσο μάλλον καλύτερος από άλλους, αλλά μόνο βυσματίας. Και ποιος ξέρει τι «υποχωρήσεις» έχει κάνει για να τον κρατάνε. Και αυτό ενδέχεται να αληθεύει για ορισμένους.

Τα στρατόπεδα αυξάνονται και πολεμούν μεταξύ τους μέχρι τελικής πτώσης.
Κατορθώσαμε να μοιραστούμε σε ομάδες χωρίς εμφανείς αρχηγούς.
 Οι παντογνώστες και τιμητές –που είναι πολλοί– κάθε ενός από αυτά δεν δέχονται αμφισβήτηση στις απόλυτες αλήθειες τους και περιφέρονται διατυμπανίζοντάς τες παντού, αναφέροντας «τρανταχτά» παραδείγματα από τον κοινωνικό τους περίγυρο.
Αυτό που δεν βλέπουν, που δεν βλέπουμε οι περισσότεροι, είναι η πραγματική κατάσταση γύρω μας.
Αρνούμαστε να δεχτούμε τη δική μας ευθύνη  για την κρίση που μας ταλανίζει ( με την έννοια της ανάθεσης δια της ψήφου, της αποδοχής των μνημονίων και της ξάπλας στο καναπέ) και, καθώς δείχνουν τα πράγματα, θα αργήσουμε ακόμα πολύ να ξεπεράσουμε.

Όταν κοιταζόμαστε στον καθρέφτη το πρωί που ξυπνάμε, όμως, ποια εικόνα αντικρίζουμε ;
Καλοσυνάτους ανθρώπους με ιδανικούς χαρακτήρες, που δουλεύουν σκληρά, σεβόμενοι τον εαυτό τους κατ’ αρχάς και τον διπλανό τους κατά δεύτερο λόγο ;
Ή μήπως κάτι άλλο ;
Πότε ήταν η τελευταία φορά που είπαμε μια καλή κουβέντα για κάποιον ;
Πότε προσφέραμε τη βοήθειά μας χωρίς να περιμένουμε αντίκρισμα ;
Την όποια θέση μας, καλή, μέτρια ή άλλη, με ποιο τρόπο την κερδίσαμε και τι έχουμε κάνει για να τη διατηρούμε επάξια ;
Όταν διαπιστώσαμε κάποιον να προβαίνει σε λαθροχειρίες, πώς αντιδράσαμε ;
Προσπαθήσαμε ποτέ να καταλάβουμε κάποιον που υποφέρει ;
Ψάξαμε άραγε τον εαυτό μας στον καλό ή κακό άλλο ;
Θελήσαμε να μάθουμε πραγματικά ποιος είναι ο απέναντί μας ;

Πότε αναρωτηθήκαμε (και κυρίως πράξαμε ) ότι δεν επαρκεί η ψήφος ανά τετραετία αλλά  και οι αγώνες και η διεκδίκηση βελτίωσης της ζωής ..  ;

Πόσοι μα πόσοι ψηφίσαμε  μνημονιακά κόμματα (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ κλπ) και  άχρηστους  πολίτικούς( βουλευτές, Περιφέρεια, Δήμους ) και ακόμα δεν καταλάβαμε το λάθος και το χειρότερο ετοιμαζόμαστε να το επαναλάβουμε  ;

Γιατί αποδεχτήκαμε και κατάπιαμε αμάσητο το «όλοι φταίμε» και το «μαζί τα φάγαμε» από αυτούς  που έδωσαν δισεκατομμύρια στις Τράπεζες, στις μεγάλες εταιρίες, που έφαγαν, έφαγαν… και πιστέψαμε ότι «έριξε έξω»  την οικονομία ο τυροπιτάς που δεν έκοψε απόδειξη ή ταβερνιάρης που δεν «χτύπησε»  στην ταμειακή την μπριζόλα.. ;

Ποια κίνητρα τον οδηγούν; (τον «άλλον» )
Ποια οδηγούν εμάς;

Ας κοιτάξουμε στα μάτια μας βαθιά μέσα από έναν καθαρό καθρέφτη.
Μπορεί να πάρουμε τις απαντήσεις που ψάχνουμε.
Ας κοιτάξουμε έξω από το παράθυρο της εύκολης εξήγησης και της βόλεψής μας  και θα δούμε (?), το ξέφωτο ( της πραγματικότητας ) και τους δύο δρόμους, αυτόν της  άλλης πολιτικής επιλογής ( πολιτικής και πολιτικών) και αυτόν (παράλληλο προς τον πρώτο) της αντίστασης σαν άτομα και ως κοινωνία..

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Θα βάλω σ’ ευθείες το φως

Θα  βάλω σ’ ευθείες το φως




 «Δυο κόσμοι διαφορετικοί
από το κόσμο τον άτυχο,  τον δύσβατο
προτίμησες το άδικο
και τ' εσφαλμένο ίσως»

Τα λόγια, τα  κείμενο, οι διαδρομές, ως κίνηση,  έχουν  διαφορετικές αφετηρίες,   πολλούς  παραλήπτες και περισσότερους προορισμούς.
Οι αφετηρίες, είναι το άτομο, το εγώ μας- από το μέσα μας βλέπουμε-, η κοινωνία,  ο τρόπος κοιτάγματος του κόσμου.
Οι παραλήπτες, εγώ, εσύ, η κοινωνία, παλιοί  και  νέοι σύντροφοι και αγωνιστές της ζωής.
Οι προορισμοί είναι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, προσωπικό, κοινωνικό, οικουμενικό.

Ζούμε, καθένας με δικό του τρόπο, σε δυό κόσμους ταυτόχρονα, τον πραγματικό και έναν δημιουργημένο από τη φαντασία ή από μια συνωμοτική συμφωνία μας με την πραγματικότητα (που μας επιτρέπει παρόμοιες παρεκτροπές για να κάνει πιο ανθεκτική την παρουσία της), τον οποίο επιλέγουμε με βάση το γούστο και, κυρίως, την ανάγκη μας και προπάντων τα «εφηβηκά» αισθήματα μας – αυτά τα αμόλυντα . Όταν σφίγγουν επικίνδυνα τα γύρω αναχωρούμε προς τα κει.
Αν κάποια φορά μας καλέσουν να περιγράψουμε το βίο μας με εικόνες και κάνουμε αίφνης μια σύντομη αναδρομή, θα διαπιστώσουμε πως είναι σαν το παλιό παιδικό παιχνίδι, το πανόραμα, που, όταν έστριβες τη μικρή λαβή, κινούνταν οι εικόνες, συχνά ασυνάρτητες, και σου έδιναν την εντύπωση της αδιάκοπης εναλλαγής.

Οι ποιητές έχουν ένα διαρκές πάρε δώσε με την αναχώρηση.
 Αποδρούν στη φαντασία τους, επιστρέφουν στην πραγματικότητα προς αναβάπτιση με δόσεις καθημερινότητας και ξαναφεύγουν για να την αναπλάσουν.
 Η σιωπή είναι γι’ αυτούς μια δημιουργία, δεν είναι μοναξιά.

«Ἀνάσκαψα ὅλη τη γῆ νὰ σὲ βρῶ.
Κοσκίνισα μὲς τὴν καρδιά μου τὴν ἔρημο· ἤξερα
πὼς δίχως τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι πλῆρες
τοῦ ἥλιου τὸ φῶς. Ἐνῷ, τώρα, κοιτάζοντας
μὲς ἀπὸ τόση διαύγεια τὸν κόσμο,
μὲς ἀπὸ σένα - πλησιάζουν τὰ πράγματα,
γίνονται εὐδιάκριτα, γίνονται διάφανα -
τώρα μπορῶ
ν᾿ ἀρθρώσω τὴν τάξη του σ᾿ ἕνα μου ποίημα.
Παίρνοντας μία σελίδα θὰ βάλω
σ᾿ εὐθεῖες τὸ φῶς.»
(Νικηφόρος Βρεττάκος)

Εμείς οι άλλοι, διακόπτουμε την αναχώρηση στη μέση είτε γιατί θα χτυπήσει το τηλέφωνο, είτε γιατί έχουμε ανειλημμένες υποχρεώσεις, να βγει  το μεροκάματο είτε γιατί κάτι φωνάζει η στενοχώρια ή η καθημερινότητα  μας, είτε γιατί… όλα αυτά που δεν μας κάνουν ποιητές.
Είναι ωστόσο και αναγκαίο και ωραίο να κατασκευάζεις αυτόν τον κόσμο της υπέρβασης, και να τον κουβαλάς μαζί σου, αδιάκοπα, ώστε να τρυπώνεις κάθε φορά που σε φορτώνουν αφόρητα τα πραγματικά.

Από εκεί βγαίνουν τα παραμύθια και η παραμυθία, από κει βγαίνουν έρωτες, τραγούδια, εικόνες, λεπτουργίες, από κει και πεποιθήσεις.
Έτσι που εν τέλει η ζωή μας, ακόμα κι αν δεν γίνουμε ποιητές, να είναι μια μείξη του καθημερινού πραγματικού μας κόσμου, της αγωνίας, κι εκείνου που δημιουργούμε και καταφεύγουμε, της προσδοκίας.

Ακόμα κι η πολιτική μας ένταξη και συμμετοχή έχει κάτι από αυτό το λίγο μυστηριακό παιχνίδι.
Είναι μια ομορφιά. Ότι προσδίδει στο καθημερινό την αίγλη του μελλοντικού.

 Μονάχα, να, καμμιά φορά χανόμαστε, μετατρέπουμε αυτόν τον δικό μας κόσμο σε παράλληλο, που σημαίνει πως δεν συναντιέται (τουλάχιστον πριν το άπειρο) με τον πραγματικό.
Κι αυτό που ακόμα και για τους ποιητές δεν είναι ωραίο είναι θανάσιμα επικίνδυνο για την πολιτική.

Δηλαδή, εκεί που μαζί με τη φαντασία απαιτείται και η αίσθηση της πραγματικότητας.
Όπου, δεν φτάνει η επιθυμία μόνη αλλά και η συζυγία με το ρεαλισμό.
Πως το λέγανε παλιά;
Να μην παίρνεις την επιθυμία σου για πραγματικότητα!.
…αλλά τελικά…

«Δύο κόσμοι διαφορετικοί
δύο κόσμοι αντίθετοι
πότε συνεργάζονται
πότε συγκρούονται
μα σ’ έναν μόνο
θ’ ανήκεις
σ’ έναν

θα χτυπάει η καρδιά σου.»

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Λοιπόν, εν τέλει, «σημασία έχει από που είδες τον ουρανό»

Λοιπόν, εν τέλει, «σημασία έχει από που είδες τον ουρανό»




Κοιτάγματα έχει πολλά η ζωή καθώς  τα χρόνια περνούν (πολλά ή λίγα) ωριμάζοντας ή όχι, βλέπεις,  αισθάνεσαι λες είσαι άλλος. Όμως  ο ίδιος είσαι. Γνώση, εμπειρία, πείρα, σκέψη, εκτίμηση..
Η ζωή σε κίνηση, ως ουρανός που αλλάζει.

Έτσι λοιπόν..
Παρατηρώντας τις υπόγειες διαδρομές που ακολουθούν οι θελήσεις των ανθρώπων αναζήτησα ορισμούς, τι είναι καλό και τι κακό, τι πρέπον και τι μη.

Αλλά οι ορισμοί δεν ήσαν επαρκείς, εν τέλει. (Κάποτε οι ίδιοι έφταναν και περίσσευαν).
Τώρα απλώς(;) ξεχωρίζω τους ανθρώπους με το ποιοί είναι δικοί μου (και δικοί μας πιθανόν) και ποιοί οι άλλοι.

Όχι κατ’ ανάγκη οι καλοί και οι κακοί, ίσως όμως και νάναι.

Δικοί μου είναι: οι φτωχοί, οι δουλευτές της ζωής οι αβέβαιοι, συχνά ανήμποροι, οι απελπισμένοι τις περισσότερες φορές, επίμονοι ωστόσο, με το βλέμμα της ήττας και μια ακόμα διατηρημένη φωτίτσα στο βάθος του, αυτοί που λένε όχι (ακόμα και στον εαυτό τους), οι άναρχοι, οι τρελοί στα καταφύγια που απαγγέλλουν στίχους ή ιστορίες, με μια χαρά υπέροχη όταν κρατάνε τις σημαίες τους σε φωτεινές πορείες, οι ερωτευμένοι με ανταπόκριση (και συχνότερα χωρίς) που χορεύουν πάνω στο «φτερό του καρχαρία», εκείνοι που αποσύρονται στο βάθος να σκεφτούν κι είναι πάλι έτοιμοι να διαψευστούν, που δεν πιστεύουν τις διαψεύσεις, που φοβούνται αλλά δεν αποχωρούν, εκείνοι που ακούνε ακόμα λαϊκά και κλαίνε, όχι μόνο με το δικό τους έρωτα αλλά και με των άλλων, που «ανάβουν το τσιγάρο από τις αστραπές», εκείνοι που χωρίς φωνή εκλιπαρούν μιαν ελπίδα, ένα όραμα, κάτι να πιστέψουν… , αυτοί που επιμένουν, οι αντιρεαλιστές κι εκείνοι που οργανώνουν την επόμενη ελπίδα…

Κάνε μια απαρίθμηση, να δούμε τι θα χωρέσει σ’ αυτό το «δικό σου»:

Φίλοι, παιδιά, σύντροφοι (ακόμα κι όταν σε διέψευδαν αργότερα), νύχτες του Ιουλίου (όχι του Αυγούστου), το κόμμα, η επανάσταση, το παρελθόν με τα πανό  και τις πορείες, κι η παραλία με φεγγάρι, ή και χωρίς, τα ποιήματα, ο Ρίτσος, ο Σεφέρης, ο Αγγελόπουλος και οι ταινίες στη β’ προβολή, η Μονεμβασιά, το Ιόνιο, η ηρεμία της Ολυμπίας, οι κάθε είδους (…) σεισμοί η Ακροναυπλία ως μνήμη αλλά και ως ειρήνη, τα πρώτα (φιλί, συνάντηση, έρωτας), το μέρος με την θέα και την ένταση,  εσύ ολόκληρη, ο Οκτώβρης και ο Αϊζενστάιν, ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης ως δίδυμο και ο Καζαντζίδης μόνος και στη μοναξιά του, μια πόλη μαγική κι ένα χάρτινο φεγγάρι, η μυρωδιά των άστρων, τα λάθη σου που συμπαθείς πλέον και τα λες, όλα τα βράδια με το σφιγμένο στομάχι που εγκυμονούσαν τις ημέρες, μια νύχτα που κοιμήθηκες ερωτευμένος έφηβος κι έκτοτε σαν να μην έχεις ξυπνήσει, ο Κώστας πάντα αλλά και μια φορά που σου τραγούδησε «μια γυφτοπούλα στο βουνό…», το βράδυ που ήπιες ένα νεροπότηρο ουίσκι μονορούφι για ν’ αντέξεις την προσβολή… θύμησες, πόνοι, χαρές, ελπίδες…


Κοιτάγματα πολλά, στον  χρόνο (παρελθόντα, παρόντα, μελλούμενο), ορισμοί και η απάντηση (μου) για το σημαντικό


Λοιπόν, εν τέλει, «σημασία έχει από που είδες τον ουρανό» (Κ. Γώγου).
 Γιατί… 
..., σημασία έχει πως βλέπεις τα ηλεκτροφόρα σύρματα. Ως ευθείες γραμμές ή ως πεντάγραμμο  και τα πουλιά ως νότες ?
Της μουσικής του μέλλοντος. 
 Πως ? 
 …και για να γίνει  μουσική, πρέπει εμείς να προσθέσουμε τις νότες…

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

…και τώρα που οι δρόμοι στενεύουν( τη Ελλάδας, της Ηλείας …), τι κάνουμε?

…και τώρα που οι δρόμοι στενεύουν( τη Ελλάδας, της Ηλείας …), τι κάνουμε?


Πόσο αλήθεια θα θαυμάζουν εαυτούς εκείνοι συνάνθρωποι,  
που καταστρέφουν τον κάθε τόπο μας ευρύ (Ελλάδα) ή στενό ( Ηλεία, Πύργος, Αμαλιάδα κλπ),
υποτιμούν τον απλό άνθρωπο,
χρησιμοποιούν θέσεις αντιπροσώπευσης (βουλευτές, δήμαρχοι, περιφέρεια κλπ) για την ατομική τους βολή και εξυπηρέτηση(και ιδιοτέλεια και οικονομική ευμάρεια),
χειρίζονται μέσα ελέγχου(….) της εξουσίας (τα μέσα ενημέρωσης )  για να γεμίσουν τσέπες, φιλοδοξίες, συμφέροντα...,
ηγούνται οικονομικών μονάδων και δυνατοτήτων  και υποχειριάζοντας και ενσωματώνοντας( λαό, εκπροσώπους και μέσα ενημέρωσης) το κέρδος τους και μόνο να είναι καλά ..   

Και καλά αυτοί.
Ίσως τους αρέσει πραγματικά να κοιτάζονται στον καθρέφτη και να θεωρούν ότι έχουν ανόροφο δείκτη ευφυΐας και ότι καλώς κατέχουν και μας κατέχουν..

Αλλά τα άλλα  συστατικά  της κοινωνίας ?
Εμείς ως δρώντες πολίτες, ως ψηφοφόροι, ως υποκείμενα αλλά και αντικείμενα της πολιτικής, γιατί τα ανεχόμαστε, γιατί μετασχηματιζόμαστε σε αγέλες, σε πλήθος, σε σκυψοκεφάληδες, σε χειροκροτητές ?

Εκείνο το σύστημα, το οποίο ανερυθρίαστα και χυδαία αποκαλούμε δημοκρατία(όπου η εξουσία πηγάζει από τον λαό, ασκείται από τον λαό και υπηρετεί τα συμφέροντα του λαού), πώς επιτρέπει την ύβριν τούτη;
Εννοώ αυτοί που το υπερασπίζονται, δεξιοί και αριστεροί, πόσο θράσος πρέπει να έχουν και πώς το αποκτούν ?

Τους αρκεί που αυτοί( πολιτική εξουσία, τέταρτη εξουσία, οικονομικά συμφέροντα) έχουν αποκατασταθεί, έχουν βολευτεί και δεν τους πειράζει που κοινωνία στενάζει και αναστενάζει και ό τόπος μας, η Ελλάδα, η Ηλεία, ο Πύργος, η Αμαλιάδα  κλπ απαξιώνεται, απομειούται

Νιώθουν καλά, εννοώ κοιμούνται ήσυχοι, ή φτιάχνουν οικογένεια χωρίς καμιά τύψη, καμία ενοχή?
Αναλογίστηκαν ποτέ, προβληματίστηκαν για το τι σημαίνει μέτρον, αλληλεγγύη, κοινότητα ?

Προφανώς όχι, διότι, διαφορετικά δεν θα προπαγάνδιζαν με τόσο ζέση, τόση δουλοφροσύνη εννοείται, τα αγαθά της δημοκρατίας(τους)

Που έχει μεν ανισότητες -λένε- αλλά
δεν πάει στο διάολο, αυτοί να περνάν’ καλά και ας πεινάνε και μερικά εκατομμύρια,
που ο τόπος μας(Ηλεία, Πύργος κλπ) είναι τμήμα της της Ελλάδας αλλά δεν τρέχει και τίποτα αρκεί  η καρέκλα της εξουσίας (βουλευτική, Δημαρχιακή, Περιφερειακή κλπ) να περιστρέφεται και να αποδίδει..   

Τους βλέπεις πώς κάνουν σαν λυσσασμένοι όταν κάτι φαίνεται να απειλεί τα καθιερωμένα (τα οποία τους προωθούν στη δική τους πολιτική καθιέρωση, εξουσιαστική δυνατότητα και οικονομική τους αποθησαύριση ).

Τι ύφος !
 Είναι όλοι τους πανομοιότυποι, ομοιοσύστατοι, λες, εξοργιστικά απλοϊκοί. Με βάση τον ορθό λόγο πετσοκόβουν κάθε τι διαφορετικό, οποιονδήποτε παρεκκλίνει από την ορθότητά τους.

Αλλά δεν είναι ο ορθός λόγος που μας λείπει, διότι αυτός ερμηνεύεται κατά πώς θέλουν οι νόμοι των ισχυρών ή της δημοκρατίας που αναφέραμε στην αρχή.

Εκείνο που μας λείπει είναι ο κοινός νους, η κοινή αντίδραση και η ανεξάρτητη επιλογή…

Δεν μπορείς να τους πεις εξαπατηθέντες, όχι.

 Γνωρίζουν πολύ καλά πού πατάνε (επί του κοινού νου, είπαμε), όπως επίσης τι εκστομίζουν προκειμένου να μη χάσουν τα επιχρυσωμένα ψιχία που τους πετάει το πολυπλόκαμο εξουσιαστικό τέρας-κράτος.

Ούτε εξαπατημένοι είναι ούτε σχιζοφρενείς.
Υπηρετούν με ακρίβεια το κακό, μάλιστα έχουν χίλιους τρόπους (γελοίους και απεχθείς) να το υπερασπίζονται.

Το εκνευριστικό είναι ότι όλα αυτά τα σκέλεθρα, αυτά τα ασπόνδυλα όντα, βγάζουν γλώσσα, χωρίς ντροπή, εναντίον εκείνων, που προσπαθούν να σώσουν την ελάχιστη λαϊκή αξιοπρέπεια.

Δεν είναι απλώς εκνευριστικό· είναι εγκληματικό.
Όλοι αυτοί οι απομυζητές της κοινωνίας, όλα τούτα τα φερέφωνα της εξουσίας, οι σπουδαίοι, οι ευνοούμενοι του συστήματος, οι τελάληδες της ψεύδους πραγματικότητας, δεν βλέπουν ότι πραγματικοί τρομοκράτες οι ίδιοι αυτοί

Και εμείς ?
Εμείς/αυτοί  που είτε θυμώνουν κι αγανακτούν, είτε φοβούνται και λουφάζουν, είτε εξεγείρονται και στρατεύονται, είτε αγωνιούν και μελαγχολούν, ελπίζοντες ή απελπισμένοι, πρέπει να απαντήσουν :
« και τώρα που οι δρόμοι στενεύουν, τι κάνουμε?»
« και αφού τους ξέρουμε γιατί τους αποδεχόμαστε ?»
« θα συνεχίσουμε με τα ίδια και τους ίδιους ? «

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Αυγουστιάτικα νοητικά παιγνιδίσματα

Αυγουστιάτικα νοητικά παιγνιδίσματα



 Μοιάζουν οι εποχές, οι αιώνες, οι στιγμές…
Απληστία, αρχομανία, αλλά και: αναποφασιστικότητα, μοιρολατρία, λύπη, θλίψη, ολιγάρκεια σε πάθη και πόθους, καταφρόνηση και κυρίως έντονη τάση για υποταγή εμπρός σε κάθε πραγματικότητα, οπισθοχώρηση  μπρος στις δυσκολίες, συμβιβασμοί με δικαιολογία τον ρεαλισμό  

 Λέξεις κενές, έως απωθητικές: αγάπη, ειρήνη, δημοκρατία. Ελευθερία ανεμόεσσα. Αξιοπρέπεια, αντιστοίχιση λόγων και πράξεων.
Οι των κορυφών τους εξυπηρετεί, αλλά οι κάτω αυτών(των κορυφών ), των πεδιάδων, ποίο  το «συμφέρον»

Οι άνθρωποι είμαστε, απλώς- παύουμε να γινόμαστε- αρνούμαστε να υπερασπιστούμε αυτό το είναι εντούτοις. Φουντώνει και θεριεύει η δεκτικότητά μας σε άνωθεν καθοδήγηση, σε καθεστώτα μάλιστα «δημοκρατικά».
Υπακούμε εύκολα, υποτασσόμαστε ευκολότερα- αγελαία πλην νοήμονα, παρακαλώ, όντα!

Ορθοφροσύνη τέλος, αλλά και: αλαλαγμοί χαράς, χοροί σωμάτων, αρμονία, κάλλος, γούστο· όλα τελειώνουν και άντε να βρεις μηχανισμούς επανεκκίνησής τους, αλλά και καιρό.
Καιρό!

 Τι καιροί ! Πού βολοδέρνει το πνεύμα ;
 Εδώ, γύρω μας, μέσα μας είναι αλλά δεν του δίνουμε σημασία.
Άλλα είναι που μας απασχολούν, μας ταλανίζουν· πώς θα κάνουμε το πνεύμα ύλη π.χ. ώστε σαν κτήνη να κορεστούμε.

Ποιος δίνει μπιρ παρά για τον κόσμο των ιδεών ;
Για το σώμα των ιδεών, εννοείται, τη φωτιά τους.
Τι σημαίνει αρετή ;
Τι ηθική ;
Τι γούστο ;
Τι αξιοπρέπεια ;
Αντίσταση ;
Αλληλεγγύη ;

Καιρός φέρνει τα λάχανα καιρός τα παραπούλια. Θα ψαχνόμαστε, καθώς φαίνεται σύντομα, όλοι οι εστέτ, οι σνομπ, οι ιδεολόγοι της κακιάς ώρας, αλλά η κοινωνία θα τους έχει γυρίσει την πλάτη. Αμήν.

Αλλά πού θα στρέψει τη ματιά της η κοινωνία (μας) ;
Ελα, ντε.
Στην Ιστορία μήπως, στους μύθους, παλιούς και νεωτεριστικούς ;
Μήπως στην -επιτέλους- Δημοκρατία ;
Στις υψηλές και εξέχουσες συγκινήσεις ;
Στα χαώδη ένστικτα ;
Στους  κουστουμαρισμένους που με τις  γραβάτες που δεν φορούν έπνιξαν όνειρα, ελπίδες, αριστεροσύνη και που μιλούν για αυτούς οι καρέκλες ;
 Στο Παλιό που έκανε την εμφάνισή του σε Νέο μασκαρεμένο ?  
Σύγχυση.
Αδιέξοδα .

Όσο και να μοιάζουν οι εποχές και οι αιώνες, έχουν τις διαφορές τους.
 Στον τρόπο, τη μεγαλοθυμία, το ήθος, το λεξιλόγιο, τη λεπτότητα…

Ο βαθμός του φόβου μπροστά στην ελευθερία παραμένει υψηλός, κοντά στο άριστα.
Παρεμβαίνουν όθεν οι επιτήδειοι, του γνωστού.
Η απορία πώς οι λίγοι κυβερνάνε τους πολλούς παραμένει απορία παρά τις πολλές ερμηνείες που έδωσαν μεγάλες πνευματικές μορφές του παρελθόντος (αλλά και του παρόντος και σίγουρα του μέλλοντος).

Σχισμές ελευθερίας μόνο υπάρχουν στο ιστορικό γκρίζο της εξουσίας, ή στιγμές.

Στο φως εκείνων των σχισμών να τρυπώναμε, στην εκρηκτικότητα των στιγμών.
Αυτό κάνουμε εδώ που τα λέμε, αλλά πόσο άκομψα, πόσο αγελαία, πόσο ανερμάτιστα, πόσο χλευαστικά απέναντι στη μικρή μας δυνατότητα, πόσο ανίερα απέναντι στο πεπερασμένον του βίου.

Αγοραίοι, μοχθηροί, αρπαχτικά αλλά και (ενίοτε): μεγαλόθυμοι, επιεικείς, συντροφικοί, αλτρουιστές.
 Εντάξει, δεν βγάζουμε άκρη.
Αλλά «και τι τη θες την άκρη;» έλεγε παλιά καλός φίλος.

Αυγουστιάτικα νοητικά παιγνιδίσματα.
Δεν είναι κι άσχημα αν και δεν οδηγούν πουθενά… η ομήγυρις να 'ναι καλά.
Και είναι, μην τη ματιάσουμε.

Κάπως έτσι ήμασταν πριν από την κρίση· ας ελπίσουμε ότι θα υπάρξει και μετά κρίση εποχή και δεν είναι αστείο ή ευφυολογημάτιον, κάτι περισσότερο γνωρίζουν οι πολιτικοί, οι επιτήδειοι που λέγαμε (αλλά αντιπρόσωποί μας, μην ξεχνιόμαστε).

Ας πούμε τέλος στη δικτατορία της ευημερίας είτε του πριν είτε του μετά, ακόμη και του ουδέποτε. Χάρμα!

Έτσι κι αλλιώς χάθηκε η υγιής εσωτερική, ομαλή και αρμονική χαρά που συγκροτεί τη δύναμη για συμπάθεια και το αμοιβαίον της ανεκτικότητας.
Δέσμιοι της ολιγοσύνης, όχι του φωτός!

Ας υποκλιθούμε ξανά στον Αύγουστο, γιατί όχι;
Προσοχή στη μέση (μας)!
 Φεύγει το καλοκαίρι -πολύ καλά!- κι ούτε που το συναντήσαμε παρά τους θορύβους του και την ξετσιπωσιά του.
«Γράψε μας, αγαπητέ, αν ξέρεις, θα δούμε βελτίωση της ζωής, αν θα ξεφύγουμε από το λάκκο των μνημονίων ; Θα αλλάξει τούτη η κώ..κατάσταση στην Ηλεία; Και άσε τα φιλοσοφήματα για τις εποχές και τον Αύγουστο. Μας υποχρέωσες»!
Καλώς.
Μετά της Παναγίας θα τα πούμε…

Να πάρουμε, όμως, πρώτα μια ανάσα.
Να προλάβουμε κάτι από τo υπολείμματα και το υπόλοιπο του Αυγούστου, με τα φρούτα και τα ζαρζαβατικά, καμιά βουτιά στην θάλασσα, κάνα ξενύχτι, με μεζέδες, κάποιες μουσικές και μερικά τσιμπούσια και κάποιες βόλτες με θέα.

Καλό βόλι.
Να μας βρει στο κούτελο, να ησυχάσουμε!;


Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Ο ξεριζωμός ή υπέρ βωμών και εστιών

Ο ξεριζωμός ή υπέρ βωμών και εστιών



Σε καιρούς που ο άνθρωπος, στην Ελλάδα και αλλού, νιώθει όλο και πιο πολύ «ριγμένος στον κόσμο», ανεπιθύμητος μετανάστης, φερέοικος επαίτης, το να μιλάς για τον δεσμό του ανθρώπου, του καθενός μας, με σπίτια μοιάζει ίσως με μια έννοια παράκαιρο.

Είναι όμως έτσι;
 Το σπίτι όπου είχε γεννηθεί ήταν για τον Παλαμά, που θα επιστρέφει όλο και πιο πολύ, σε καιρούς που έχουν τόση ανάγκη από γενναίες φωνές, ένα στοιχειό που περιμένει την επιστροφή μας.
Ποια επιστροφή, θα μου πεις, για τον πρόσφυγα, για τον άστεγο παλαιάς και νέας κοπής;
Όχι ίσως αυτό που του γκρέμισαν οι βόμβες ή που του 'κλεψαν οι τοκογλύφοι.
Αλλά το άλλο, το σπίτι της ψυχής, που είναι μαζί πραγματικός και συμβολικός χώρος, περισσότερο συμβολικός είναι αλήθεια, γιατί συμβολίζει μαζί τη μήτρα που μας γέννησε, την αγκαλιά που έχουμε ή αποζητούμε και τη γη που μας περιμένει.

Τι γίνεται, όμως, με τα «κανονικά» σπίτια, αυτά με τους τέσσερις τοίχους και, θεού επιτρέποντος, το ταβάνι που μας φυλάει από τις μπόρες;
Οι Έλληνες είναι δεμένοι με την εικόνα και με την πραγματικότητα του σπιτιού.
Σε αντίθεση με τον Βορειοευρωπαίο, που έχει εθιστεί περισσότερο στη λογική του ενοικίου, οι Έλληνες είναι ακόμη βαθιά συνδεδεμένοι με τη γη και το σπίτι τους.
Το «υπέρ βωμών και εστιών», δηλαδή σπιτιών, μοιάζει να έχει αψηφήσει τις όποιες αλλαγές, χάσματα και χαλάσματα, που σώριασε ο καιρός στο σώμα της Ελλάδας.

Αυτήν τη σύνδεση, ψυχική, οικονομική και τελικά επίσης πολιτική, θέλουν να σκοτώσουν οι τρόικες, τα μνημόνια, οι συμβάσεις και τα νομοθετήματα που εφαρμόζουν τη βούληση όλων αυτών στο πετσί μας.

Με τις παρανοϊκές φορολογήσεις που χρήζουν τον άπορο ιδιοκτήτη πρώτης κατοικίας φορολογητέο κεφαλαιούχο, με το άνοιγμα της δυνατότητας για πλειστηριασμούς των πρώτων τους κατοικιών για χρέη, οι Έλληνες προγραμματίζονται για να καταστούν συλλήβδην, πλην των όποιων καρχαριών, έθνος νεοαστέγων.

Θεωρώντας ότι τα όσα συμβαίνουν εμπίπτουν στο πεδίο της επιδημίας (ανθρωποφαγίας) ή της (πολιτικής) νόσου, θεωρείται ότι οι πλειστηριασμοί των κατοικιών θα αναζωογονήσουν το τραπεζικό  κύκλωμα(και ας καταστραφούν χιλιάδες Ελλήνων) , αυτό που με δεκάδες δισεκατομμύρια ενίσχυσε ο ελληνικός λαός δια των ανακεφαλαιοποιήσεων.  

Πόσες περιουσίες  ετοιμάζονται  να καταπιούν κοψοχρονιάς τα σπίτια των οφειλετών τα κοράκια μερικές δεκάδες, ή μάλλον εκατοντάδες χιλιάδες σπίτια, με ηλεκτρονικό τρόπο πιά.

Και μαζί με αυτό που έρχεται, είναι και η παρούσα φρίκη της φτώχειας, της ανεργίας, των μειωμένων συντάξεων και μισθών, της ελαστικής και κακοπληρωμένης  ( και απλήρωτη..) εργασίας, των  νέων χωρίς μέλλον και των μεγαλύτερων χωρίς παρόν.  

Και όλα αυτά από άθλιους κυβερνητικούς που πήραν,
 την ελπίδα του λαού και την έκαναν καρέκλα,
τον στεναγμό των Ελλήνων και πάνω του οικοδόμησαν την πολιτική τους καριέρα κα βόλεψη,
την αντίσταση και την αριστερή επιλογή των πολιτών και την μετέτρεψαν σε  κυβίστηση και επίκυψη,
την σταθερή αλήθεια  σε κινούμενο και συνεχές ψέμα
το νέο σε παλιό(και ανοίγουν δρόμο και στο άλλο παλιό)


Ο στόχος είναι σαφής.
Ένας -ακόμα- υλικός και ψυχικός ξεριζωμός του Ελληνισμού έρχεται, μέρες που είναι, να προστεθεί στους άλλους.
Θα το επιτρέψουμε;


Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Περί αριστείας, φαίνεσθαι, καθωσπρεπισμού και επιτυχίας

Περί αριστείας, φαίνεσθαι, καθωσπρεπισμού και επιτυχίας




Ζούμε, ενδιαφερόμαστε για τον επιούσιο, ποθούμε, κατακτούμε, απογοητευόμαστε και χάνουμε, ζηλεύουμε –πότε με μια μικρή δόση φθόνου και πότε με μια μεγάλη δόση θαυμασμού-, γελάμε και κλαίμε, αγαπάμε και κάποιες φορές μισούμε.
Αλλά δεν βλάπτουμε –τουλάχιστον όχι εν γνώσει μας(οι περισσότεροί ..) .

Οι μέρες μας κυλούν και ζούμε, από τη στιγμή που γεννιόμαστε και ως την ώρα που θα φύγουμε, με μια συνεχή αίσθηση υποχρέωσης, άλλοτε πραγματική και άλλοτε δημιούργημα δικό μας, πότε υπό πίεση και πότε από μια υποσυνείδητη ανάγκη να ξεχωρίσουμε.
Αναζητούμε την τελειότητα: να γίνουμε άριστοι μαθητές, συμπονετικοί γιοι και κόρες, όμορφοι και ιδανικοί εραστές, καλοί σύντροφοι και αργότερα γονείς, καλοί και επιτυχημένοι οικονομικά επαγγελματίες.
 Όποιος αποτυγχάνει σε κάποιον από αυτούς τους τομείς αυτομάτως χαρακτηρίζεται από τον περίγυρο ατελής, ανίκανος να χωρέσει στο καλούπι που η κοινωνία της τελειότητας έχει δημιουργήσει και προσπαθεί να επιβάλει σε όλους.

Τα εργαλεία για την επίτευξη της τελειότητας είναι πολλά.
Σπουδές, κάποιες φορές συνεχείς και χωρίς τέλος, και σκληρή «δουλειά».
Στο μετερίζι αυτό, όμως, τις περισσότερες φορές δεν έχει σημασία αν είσαι ευφυής, ηθικός, εργατικός, αν εργάζεσαι, ατομικά ή σε συνεργασία με τους γύρω σου, για την υλοποίηση ενός στόχου.
Η ικανότητα που μετράει είναι να ανεβαίνεις με όποιο κόστος, ακόμη και να πατάς επί πτωμάτων.
 Να κάνεις λεφτά και το όνομά σου να τυλίγεται στην αχλή ενός υποδείγματος επαγγελματία, συζύγου και γονιού.

Η νεότητα και η ομορφιά είναι το άλλο μέσον.
Πρέπει να μείνεις πάση θυσία έφηβος στην όψη, με δέρμα λαμπερό και κορμί λαμπάδα, σαν η κούραση και η στενοχώρια να μην πέρασαν ποτέ από πάνω σου.
 Η εμφάνισή σου οφείλει να συναγωνίζεται αυτήν των «λαμπερών» δημοσίων προσώπων, ακόμη και αν μόνο η κενότητά τους είναι αυτό που λάμπει.
 Δεν έχει σημασία πώς αισθάνεσαι, ποια έγνοια σε ξαγρύπνησε και πόσο κόπο καταβάλλεις κάθε μέρα για να προλάβεις τις υποχρεώσεις.
Η εικόνα σου οφείλει να γυαλίζει σαν καινούργια μηχανή.

Οταν ήσουν μικρός ονειρευόσουν να κατακτήσεις τον κόσμο ταξιδεύοντας, γράφοντας, ζωγραφίζοντας, χτίζοντας σπίτια, θεραπεύοντας, προσφέροντας υπηρεσίες, διδάσκοντας, μαθαίνοντας, σκάβοντας, καλλιεργώντας, εκτρέφοντας…
Δουλεύοντας.
Μόνο εσύ ξέρεις τι έγινες.
Πότε ήσουν αληθινός και πότε είπες ψέματα με ταλέντο καλού ηθοποιού.
Ποια στιγμή γέλασες με την καρδιά σου και πότε δάκρυσες από γνήσια θλίψη.
Ποια ανατολή σε μάγεψε τόσο ώστε να μην μπορείς να σκεφτείς τίποτα άλλο πέρα από το χρώμα του φωτός που μόλις γεννιόταν.
Πότε «σκόνταψες» προσπαθώντας και τι έμαθες από το πάθημα αυτό.
Γνωρίζεις ποιο όνειρο έγινε πραγματικότητα, ποιο ξεχάστηκε σε ένα συρτάρι και γιατί.
Καμία μάσκα επιτυχίας δεν θα σε βοηθήσει να ξεχάσεις –μόνο παροδικά.

Ο Οσκαρ Ουάιλντ, στο «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι», είχε γράψει ότι όσοι αγαπούν τις μάσκες, στο τέλος καταδικάζονται να τις φορούν.
Κάποιοι, πάντως, αναγκάζονται να τις αποχωριστούν με βίαιο τρόπο. Ενα πρωινό ξυπνούν και ο κόσμος γύρω τους έχει αλλάξει τόσο που δεν τον αναγνωρίζουν.
Η καλή δουλειά χάνεται, οι ρυτίδες χαρακώνουν την ψυχή πρώτα και μετά την όψη και οι προοπτικές χλομιάζουν.
Οι παλιοί, γνωστοί τρόποι ζωής και δράσης δεν είναι αποτελεσματικοί, ούτε υπάρχει μπούσουλας για να προχωρήσεις μπροστά ώσπου να κατασταλάξεις σε καινούργιους.
Τότε τι κάνεις;

Για τον Γάλλο ποιητή και δοκιμιογράφο Ιβ Μπονφουά, «η ατέλεια είναι η κορυφή», διότι «συμβαίνει η καταστροφή να είναι ο μόνος δρόμος προς τη σωτηρία», […] να «πελεκάς κάθε φόρμα, κάθε ομορφιά / Να αγαπάς την τελειότητα, γιατί αυτή είναι το κατώφλι / Αλλά μόλις την αναγνωρίσεις να την αρνηθείς, να την ξεχάσεις σαν νεκρή […]».

Ίσως η λύση, λοιπόν, είναι αυτή: να γυρίσεις στον μικρό ατελή και αφελή εαυτό σου, αυτόν που ήσουν πριν σε δηλητηριάσει η φρενίτιδα της «επιτυχίας».
Να τον αγαπήσεις και να δεις με το ίδιο τρόπο και τους γύρω σου, ατελείς αλλά αληθινούς.

Ομνύω στους ατελείς εαυτούς μας, σ’ αυτούς τους μικρούς ανθρώπους που είμαστε …