Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Το παράθυρο, το ξέφωτο και οι δύο δρόμοι

Το παράθυρο, το ξέφωτο και  οι δύο δρόμοι




«Δεν βλέπω φως πουθενά. Κουράστηκα να προσπαθώ, να δουλεύω και να μην τα καταφέρνω. Βαρέθηκα να βλέπω ανάξιους να επιβιώνουν και να ζουν καλά, ενώ εγώ όσο και αν προσπαθώ να μην πηγαίνω μπροστά. Όλα αυτά για τα οποία τόσα χρόνια πάλευα, τα βλέπω να χάνονται κάθε μέρα λίγο λίγο».

Αυτές τις ίδιες κουβέντες ακούμε, με μικρές παραλλαγές αλλά την ίδια ουσία, σχεδόν κάθε μέρα, σχεδόν από όλους.
Οι περισσότεροι κοιτάζουμε γύρω μας και το μόνο που βλέπουμε είναι αγωνία, ανασφάλεια, αδικία.

 Ίδια ή παρόμοια με τη δική μας.
Πριν από λίγα χρόνια, αν ακούγαμε κάποιον ή κάποιους να παραπονιούνται για την οικονομική ή επαγγελματική τους κατάσταση, τους κοιτάζαμε με κάπως περίεργο βλέμμα, σκεπτόμενοι ενδεχομένως ότι μπορεί να το έκαναν επίτηδες: ότι τους άρεσε να τους λυπούνται, πως στην πραγματικά έκρυβαν την όποια ευμάρειά τους πίσω από δήθεν παράπονα, ίσως είχαν γεννηθεί εκ φύσεως αχόρταγοι ή ακόμη και φιλάργυροι. Πιθανόν να ήταν αλήθεια για κάποιους αυτή η υποψία.

Και τώρα ο κόσμος γύρισε ανάποδα.
Οι περισσότεροι, λίγο έως πολύ, έχουμε χάσει πολλά από αυτά που απολαμβάναμε –άλλοτε με μέτρο και άλλοτε στην υπερβολή τους– και οι λέξεις «στοιχειώδης ασφάλεια» είναι κάτι σαν άπιαστο όνειρο. Το χειρότερο είναι όταν αυτοί που ακόμα έχουν μια δουλειά για την οποία πληρώνονται νιώθουν ενοχή γι’ αυτό, που δεν ανήκουν δηλαδή σ’ αυτό το 30% των ανέργων που αναζητούν μια θέση στον ήλιο ή στους «εργαζόμενους» των λόγωνωρών και των λίγων ημερών, ή στο αδιευκρίνιστο ποσοστό αυτών που δουλεύουν αλλά δεν πληρώνονται.

Υπάρχουν βέβαια κι αυτοί οι λίγοι –ελάχιστοι θέλω να πιστεύω– που υποστηρίζουν με σθένος ότι για να μη δουλεύει κάποιος, σημαίνει ότι δεν θέλει να δουλέψει ή δεν έκανε καλά τη δουλειά του, δεν την άξιζε και γι’ αυτό την έχασε. Ή ακόμη ότι έχει «τη μύτη του ψηλά» και δεν καταδέχεται κάποιες δουλειές, ότι δεν ψάχνει αρκετά ή ψάχνει λάθος, ότι προτιμά να τρώει τα έτοιμα που του προσφέρουν άλλοι. Αν μάλιστα δεν «κλαίγεται», τότε από κάπου τα παίρνει μαύρα. Ίσως για κάποιους κάτι από όλα αυτά να ισχύει.

Μπορούμε να ξεχωρίσουμε κι εκείνους που πιστεύουν ότι για να δουλεύει κάποιος, δεν μπορεί, κάτι ύποπτο συμβαίνει. Κάποιος μπάρμπας από την Κορώνη έχει φροντίσει γι’ αυτόν και θα φροντίζει στον αιώνα τον άπαντα, ώστε ο παντοιοτρόπως βολεμένος να μείνει εξασφαλισμένος και τυχερός. Δεν είναι καλός, πόσο μάλλον καλύτερος από άλλους, αλλά μόνο βυσματίας. Και ποιος ξέρει τι «υποχωρήσεις» έχει κάνει για να τον κρατάνε. Και αυτό ενδέχεται να αληθεύει για ορισμένους.

Τα στρατόπεδα αυξάνονται και πολεμούν μεταξύ τους μέχρι τελικής πτώσης.
Κατορθώσαμε να μοιραστούμε σε ομάδες χωρίς εμφανείς αρχηγούς.
 Οι παντογνώστες και τιμητές –που είναι πολλοί– κάθε ενός από αυτά δεν δέχονται αμφισβήτηση στις απόλυτες αλήθειες τους και περιφέρονται διατυμπανίζοντάς τες παντού, αναφέροντας «τρανταχτά» παραδείγματα από τον κοινωνικό τους περίγυρο.
Αυτό που δεν βλέπουν, που δεν βλέπουμε οι περισσότεροι, είναι η πραγματική κατάσταση γύρω μας.
Αρνούμαστε να δεχτούμε τη δική μας ευθύνη  για την κρίση που μας ταλανίζει ( με την έννοια της ανάθεσης δια της ψήφου, της αποδοχής των μνημονίων και της ξάπλας στο καναπέ) και, καθώς δείχνουν τα πράγματα, θα αργήσουμε ακόμα πολύ να ξεπεράσουμε.

Όταν κοιταζόμαστε στον καθρέφτη το πρωί που ξυπνάμε, όμως, ποια εικόνα αντικρίζουμε ;
Καλοσυνάτους ανθρώπους με ιδανικούς χαρακτήρες, που δουλεύουν σκληρά, σεβόμενοι τον εαυτό τους κατ’ αρχάς και τον διπλανό τους κατά δεύτερο λόγο ;
Ή μήπως κάτι άλλο ;
Πότε ήταν η τελευταία φορά που είπαμε μια καλή κουβέντα για κάποιον ;
Πότε προσφέραμε τη βοήθειά μας χωρίς να περιμένουμε αντίκρισμα ;
Την όποια θέση μας, καλή, μέτρια ή άλλη, με ποιο τρόπο την κερδίσαμε και τι έχουμε κάνει για να τη διατηρούμε επάξια ;
Όταν διαπιστώσαμε κάποιον να προβαίνει σε λαθροχειρίες, πώς αντιδράσαμε ;
Προσπαθήσαμε ποτέ να καταλάβουμε κάποιον που υποφέρει ;
Ψάξαμε άραγε τον εαυτό μας στον καλό ή κακό άλλο ;
Θελήσαμε να μάθουμε πραγματικά ποιος είναι ο απέναντί μας ;

Πότε αναρωτηθήκαμε (και κυρίως πράξαμε ) ότι δεν επαρκεί η ψήφος ανά τετραετία αλλά  και οι αγώνες και η διεκδίκηση βελτίωσης της ζωής ..  ;

Πόσοι μα πόσοι ψηφίσαμε  μνημονιακά κόμματα (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ κλπ) και  άχρηστους  πολίτικούς( βουλευτές, Περιφέρεια, Δήμους ) και ακόμα δεν καταλάβαμε το λάθος και το χειρότερο ετοιμαζόμαστε να το επαναλάβουμε  ;

Γιατί αποδεχτήκαμε και κατάπιαμε αμάσητο το «όλοι φταίμε» και το «μαζί τα φάγαμε» από αυτούς  που έδωσαν δισεκατομμύρια στις Τράπεζες, στις μεγάλες εταιρίες, που έφαγαν, έφαγαν… και πιστέψαμε ότι «έριξε έξω»  την οικονομία ο τυροπιτάς που δεν έκοψε απόδειξη ή ταβερνιάρης που δεν «χτύπησε»  στην ταμειακή την μπριζόλα.. ;

Ποια κίνητρα τον οδηγούν; (τον «άλλον» )
Ποια οδηγούν εμάς;

Ας κοιτάξουμε στα μάτια μας βαθιά μέσα από έναν καθαρό καθρέφτη.
Μπορεί να πάρουμε τις απαντήσεις που ψάχνουμε.
Ας κοιτάξουμε έξω από το παράθυρο της εύκολης εξήγησης και της βόλεψής μας  και θα δούμε (?), το ξέφωτο ( της πραγματικότητας ) και τους δύο δρόμους, αυτόν της  άλλης πολιτικής επιλογής ( πολιτικής και πολιτικών) και αυτόν (παράλληλο προς τον πρώτο) της αντίστασης σαν άτομα και ως κοινωνία..

1 σχόλιο:

  1. ΚΑΙ ΤΩΡΑ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΓΥΡΙΣΕ Τ,ΑΝΑΠΟΔΑ,,, ΚΑΤΣΕ ΓΙΑΝΝΗ ΓΥΡΕΥΕ ,,,,,,,,,,, ΚΑΙ ΝΙΚΟΛΟ ,, ΚΑΡΤΕΡΙ,,,

    ΑπάντησηΔιαγραφή