Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2019

Πάθος και βολή…(έτερον εκάτερον )…


Πάθος και βολή…(έτερον εκάτερον )…




Το Πάθος

Άλλοι το αποκαλούν πάθος, έτεροι τινές μεράκι, πολλοί φευγιό, μερικοί τρέλα.
Μιλάνε για κάποιο λοξό συναίσθημα που ξεχωρίζει μερικούς οι οποίοι ακολουθούν ή ανοίγουν δικούς τους δρόμους, δύσβατους, δύστροπους, αλλά για δες, κάποια στιγμή εμείς οι πολλοί τους σεβόμαστε και πάμε μαζί τους.
Γιατί;
 Έλα, ντε. Εμείς οι του ορθού λόγου, εμείς οι ντούροι αριστεροί, εμείς της πρωτοπορίας αναγκαζόμαστε και υπερασπιζόμαστε ανορθολογικά έννοιες.
Υπάρχουν πολλά «είδη» πάθους: το πάθος για τη λευτεριά (που είναι δυνατότερο απ’ όλα τα κελιά, όπως ακούγεται)…, το πάθος για τη δικαιοσύνη ( αναζητείται αύτη ταύτη..  ), το πάθος για μια άλλη κοινωνία..αυτή των ίσων…,  το πάθος για σε …

Να, λοιπόν, που το πάθος συμβάλλει αποφασιστικά στο γίγνεσθαι, δεν έχει σημασία -μα καμία- εάν η συμβολή είναι θετική ή αρνητική.
Ακριβώς διότι είναι, θέλει δεν θέλει (για το πάθος, μιλάμε…), επαναστατική πνοή, ταραχή, παρέκκλιση, συγκέντρωση, γιορτή, απεργία!
Αντιστασιακή βία, ναι, αλλά πού κυοφορείται η Ιστορία;
Μα, στη βία και την αντίσταση…
Το είναι του πάθους δεν έχει βέβαια γίνει αποδεκτό από τις μορφές εξουσίας του πλανήτη διότι είναι ανέλεγκτον.

Η εξουσία είναι ωμή, κυνική, μηδενιστική· οι άνθρωποί της θέλουν τα πάντα δικά τους, ανεξαρτήτως του τι μέσα θα μετέλθουν ώστε να τα αποκτήσουν και να τα διατηρήσουν (αυτοί και φίλοι και συγγενείς) στον αιώνα τον άπαντα…

Το συναίσθημα δεν χωρεί στην πολιτική, τι να κάνουμε.
Εξ αυτού (του δόγματος;) εύκολα συνάγεται ότι οι πολιτικοί είναι γουρούνια (δεν είναι διακριβωμένο εάν τα συμπαθή όντα έχουν συναισθήματα αλληλεγγύης).

Όποιος, όμως, τολμήσει να το γράψει στέλνεται στο πυρ το εξώτερον, κυρίως όταν προσπαθεί να πει ότι η ηθική και η προσωπική ενοχή οφείλουν να επανακάμψουν στους διακυβερνώντες. Καλά, τώρα· φέξε μου και γλίστρησα.

Τα πάθη, λοιπόν, δεν είναι απαραιτήτως μανία και αυτοκαταστροφή, είναι ίσως μία φωτοβολίδα που μπορεί να φωτίσει το πελαγωμένο στους άτεγκτους νόμους νιονιό μας, που μπορεί ίσως να κάνει πιο ανθρώπινους αυτούς τους νόμους, διότι, όντως, κοινωνία δίχως νόμους δεν υφίσταται.
Εξάλλου: ο παθός μαθός.
Ας μη γελιόμαστε· θέρετρο της λογικής είναι το πάθος και χωρίς αυτό το θέρετρο μάλλον είμαστε ερπετά, ούτε καν τετράποδα.

Η λογική θα μπορούσε να είναι ελεήμων εκτός από ανοικτίρμων, να συγχωρεί ευρύχωρα, να περπατάει αμέριμνη στις λεωφόρους του πνεύματος και όχι μόνο να δολοφονεί το πάθος.

Τι να κάνουμε πάλι· ένα σώμα έχουμε, εντός αυτού συμβαίνουν όλα και υποτίθεται, είμαστε κύριοι αυτού του σώματος, ασχέτως αν πολλοί δεν μπορούν να φιλιωθούν μαζί του, που, τι κρίμα.

Τι κινεί αυτούς  που ορμούν προς το μέλλον , τι τους ενδυναμώνει;
Η λογική που εξ αρχής τους θεωρεί ηττημένους ή το πάθος που συμπαρασύρει σύμπασα, σχεδόν, την κοινωνία;

Η βολή

Είτε η ανάγκη επικρατεί στα ανθρώπινα είτε η πλήξη, είναι πάντως αυτές οι έννοιες που μας οδηγούν στη σύναψη μιας συνθήκης ειρήνης, ίσως για να εξορίσουμε τον πόλεμο που διεξάγεται κάθε μέρα στις κοινωνικές σχέσεις (τον πόλεμο όλων εναντίον όλων).

Όντας αδύναμα φυσικά πλάσματα, χωρίς νύχια γαμψά, κοφτερά δόντια ή κέρατα που απαιτούνται για να επιβιώσουν τα δυνατά ζώα, χρησιμοποιούμε τον νου, αλλά, τι κρίμα, την προσποίηση του νου, ή τις ψευδαισθήσεις και τα οράματα.

Όλα αυτά με λεπτότητα, είναι αλήθεια, λεπτότητα που ταυτίζεται με την υποκριτική και τη γραμματική της μάσκας, μιας γλώσσας τραυλής, χαμένης στη μετάφρασή της σε μιαν άλλην, άγνωστη.

Εάν η γλώσσα παράγεται από την ποιητική ορμή του ανθρώπου να δημιουργήσει, άλλο τόσο οι γιορτές είναι απόρροια της συνθηκολόγησης μερικών ημερών ώστε μετά να ξαναβγούμε στον πόλεμο χωρίς τύψεις, χωρίς ενοχικά συμπλέγματα.

Το καθήκον μας θα το πράξουμε· θα μασκαρευτούμε  (όσοι μπορέσουμε), θα τσικνίσουμε,  θα πιούμε τα ποτά μας (υποθέτουμε, πάντα), θα μιλήσουμε βακχικά ή πεζά και τέλος.
Ονειροπολήσαμε.
Όλα αυτά έως χθες ή στο χθες του αύριο μας( να μην κροτήσει πολύ γιατί θα μα κλείσει μόνιμα στο χθες…).
Το θέμα είναι τι θα κάνουμε αύριο, μεθαύριο με τόση βία και τόση φτώχεια γύρω μας, αλλά και μέσα μας.
Μέσα μας: εκεί που ενεδρεύουν η απληστία, η αδηφαγία, η αρχομανία, το δολοφονικό, ό,τι έχει καταφέρει να επικαλύψει η συνείδηση, οι συμφωνίες για ειρήνη.
 Το θέλουμε είτε όχι, ζούμε στη μεθόριο του πολιτισμού· εάν υπερβούμε το λεπτό όριο, κινδυνεύουμε να βρεθούμε στον άλογο κόσμο…
Ε, και κατόπιν όποιος επιζήσει…

Ούτε το θεσμίζειν ούτε οι συνθήκες θα μας σώσουν.
Παρά ταύτα παραμένουμε ψύχραιμοι εκδιώκοντας κάθε εξεγερτικό ζιζάνιο.
Είναι τόσο ζεστό και ασφαλές το κάθισμά μας, εξ άλλου πού να τρέχουμε στα τυφλά και στη φωτιά ή την καταστροφή τής έστω και λίγης ευτυχίας μας.
Έχουμε παιδιά, δουλειές, δάνεια, σπίτια, κοινωνικές υποχρεώσεις.
Τι θα κάνουμε αν τα χάσουμε όλα τούτα;
 Πού η παιδεία μας; Πού ο πολιτισμός μας;
 Η λογική θα εξαφανιστεί και τότε αλίμονό μας.
Και, επιτέλους, πώς θα επεξεργαστούμε την όποια ελευθερία κατακτήσουμε;
Πώς θα ιδρύσουμε τις νέες, ισότιμες υποτίθεται, κοινωνικές σχέσεις;
Θα υπάρξουν τέτοιες σχέσεις ή θα χαθούμε στη ζούγκλα του πλαγκτού μας;

Τα μνημόνια μας έχουν αποτρελάνει, σαν κατάλοιπα μεταφορών και αντωνυμιών καταντήσαμε.
Εκεί που καταφέραμε, μετά τόσες χιλιετίες, να δώσουμε ανθρώπινη υπόσταση στον εξωτερικό κόσμο, αίφνης κινδυνεύουμε να μην αναγνωρίζουμε τον ανθρωπομορφισμό του, έτοιμοι να δολοφονήσουμε για ένα κομμάτι ψωμί, οι κακόμοιροι, οι φτωχοί.

Ασφαλώς οι περισσότεροι άνθρωποι είμαστε πεπεισμένοι για τις αλήθειες μας, τις αξίες μας, την ιδεολογία μας και, ακόμη, για την αιωνιότητα και το αλάθητο των νόμων της φύσης, που ανακαλύψαμε (η επιστήμη είναι μαζί μας).

Όταν ο Νίτσε ήταν είκοσι οχτώ χρονώ έγραψε ένα μικρό δοκίμιο για την αλήθεια και το ψεύδος υπό εξωηθική έννοια και κάπου σημείωσε: «Κάθε νομοτέλεια που τόσο μας εντυπωσιάζει στις πλανητικές τροχιές και στη χημική διαδικασία συμπίπτει, κατά βάσιν, μ' εκείνες τις ιδιότητες που εμείς οι ίδιοι μεταφέρουμε στα πράγματα, με αποτέλεσμα να εντυπωσιάζουμε έτσι τον ίδιο τον εαυτό μας».

Ατσίδες, εξ αρχής, στην πλάνη, ξουράφια, πώς αλλιώς.
Διαφορετικά θα 'μασταν βορά στα αρπαχτικά του πλανήτη.
Οικοδόμοι της προσποίησης και του ψεύδους αλλά και εφευρέτες των εορτών, σκώληκες και πεταλούδες.
Εντάξει, με τις πεταλούδες είμαστε διάολε, μέρες που 'ναι… και μέρες που έρχονται… άνοιξη  (θα έρθει ? )
Τι λέτε και τι θα κάνετε ?
Ε ?

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου