Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Ο Τσίπρας και το 3ο Μνημόνιο Tου Σταύρου Λυγερού

Ο Τσίπρας και το 3ο Μνημόνιο



Tου Σταύρου Λυγερού

Μπορεί τυπικά το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας τις πρώτες πρωινές ώρες του Σαββάτου να επιτρέπει στον πρωθυπουργό να θεωρήσει πως δεν υπάρχει απώλεια της δεδηλωμένης, αλλά είναι σαφές πως η ελληνική πρόταση για τη σύναψη του 3ου Μνημονίου προκαλεί ρήγματα στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι μόνο τα οκτώ “παρών” (μεταξύ αυτών των υπουργών Λαφαζάνη και Στρατούλη και της προέδρου της Βουλής Κωνσταντοπούλου) και τα δύο “όχι”. Είναι και οι –με πολιτική σημασία– απουσίες. Είναι επίσης και η επιστολή άλλων 15 βουλευτών που ανήκουν στην Αριστερή Πλατφόρμα, οι οποίοι διευκρινίζουν πως παρότι είναι ριζικά αντίθετοι με την ελληνική πρόταση, ψήφισαν “ναι” μόνο και μόνο για να μην προκαλέσουν την ανατροπή της κυβέρνησης.

Επισήμως οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ κλήθηκαν να ψηφίσουν κατά συνείδηση, επειδή ο Τσίπρας δεν ήθελε λόγω αυτής της ψηφοφορίας να προκληθεί ρήγμα στο κόμμα του.
Ο Λαφαζάνης του είχε εγκαίρως διαμηνύσει, άλλωστε, πως θα ψήφιζε παρών. Στην πραγματικότητα, βεβαίως, τόσο η ψήφος για την εξουσιοδότηση όσο και για την μετατροπή της συζητούμενης συμφωνίας σε νόμο είναι εμμέσως πλην σαφώς ψήφος εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση. Κι αυτό, επειδή ο πρωθυπουργός είχε καταστήσει σαφές πως εάν θεωρήσει πως ο κυβερνητικός συνασπισμός χάνει –από πολιτικής απόψεως– τη δεδηλωμένη θα προκύψουν πολιτικές εξελίξεις.

Μ’ αυτή τη sui generis μεθόδευση το μέγαρο Μαξίμου έστειλε το μήνυμα σ’ όλες τις ομάδες της εσωκομματικής αντιπολίτευσης και κυρίως προς το Αριστερό Ρεύμα πως θα ανεχθεί τόσες διαφοροποιήσεις βουλευτών του όσες δεν θα συνιστούν απώλεια της δεδηλωμένης. Με άλλα λόγια, έθεσε ένα όριο και κατ’ αυτό τον τρόπο πέταξε την μπάλα στο δικό τους γήπεδο.

Η θέση της Αριστερής Πλατφόρμας είναι κατηγορηματικά αρνητική έναντι της πρότασης που κατέθεσε η κυβέρνηση Τσίπρα. Το κείμενο πέντε στελεχών της, μάλιστα, όχι μόνο ασκεί σαρωτική κριτική, αλλά και αντιπροτείνει τη δρομολόγηση της διαδικασίας εξόδου από την Ευρωζώνη. Στην πραγματικότητα, οι εξελίξεις έβγαλαν με δύναμη στην επιφάνεια την υφέρπουσα εσωκομματική αντίθεση στον ΣΥΡΙΖΑ.
Όσο οι διαπραγματεύσεις δεν οδηγούσαν σε αποτέλεσμα, η εν λόγω αντίθεση μπορούσε να επικαλύπτεται. Από τη στιγμή που ο Τσίπρας έστειλε την πρόταση του με δημοσιονομικά μέτρα οκτώ δισ ανέκυψε πρόβλημα. Γρήγορα, όμως, μπήκε στο ράφι, επειδή οι δανειστές την απέρριψαν και προκηρύχθηκε το δημοψήφισμα.

Το σαρωτικό “όχι” ερμηνεύθηκε από την εσωκομματική αντιπολίτευση ως πολιτική αφετηρία για να διεκδικήσει η Αθήνα μία συμφωνία χωρίς επώδυνα μέτρα λιτότητας. Επειδή, βεβαίως, είχαν επίγνωση πως οι δανειστές ούτε καν θα συζητούσαν σ’ αυτή τη βάση, εκτιμούσαν πως υποχρεωτικά ο πρωθυπουργός θα προσανατολιζόταν σε κινήσεις, οι οποίες με τη σειρά τους θα άνοιγαν τον δρόμο για την έξοδο από την Ευρωζώνη. Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, πως ακόμα και η ηγεσία του Αριστερού Ρεύματος εξέφραζε την ανησυχία της για το γεγονός πως η κυβέρνηση δεν είχε κάνει την παραμικρή προετοιμασία για έναν εναλλακτικό δρόμο.

Αυτό είναι αλήθεια και εξηγείται και από το γεγονός ότι ο Τσίπρας είχε αποκλείσει την επιλογή της ρήξης. Προκήρυξε το δημοψήφισμα για να βγει από τη δυσχερή θέση, στην οποία είχε περιέλθει. Εάν το έχανε θα είχε μία βάσιμη πολιτική δικαιολογία να παραιτηθεί και να περιμένει στην αντιπολίτευση. Εάν το κέρδιζε, όπως και έγινε, πίστευε πως θα είχε ένα ισχυρό πολιτικό όπλο για να διαπραγματευθεί.

Έτσι και έπραξε. Για να διευκολύνει, μάλιστα, την επίτευξη συμφωνίας, απομάκρυνε τον Βαρουφάκη από το υπουργείο Οικονομικών και ζήτησε από το συμβούλιο πολιτικών αρχηγών να συμφωνήσουν σε μία ανακοίνωση, η οποία αποτύπωνε την εθνική θέση. Με αυτά πήγε στις Βρυξέλλες και στο Στρασβούργο.

Το ηχηρό “όχι” ήταν πολιτικός κόλαφος όχι μόνο για τις εγχώριες άρχουσες ελίτ και για το παλαιό πολιτικό κατεστημένο, αλλά και για το σύνολο σχεδόν των Ευρωπαίων ιθυνόντων, οι οποίοι επίσης άσκησαν ρητορικούς εκβιασμούς για να πριμοδοτήσουν το “ναι”. Μη θέλοντας, βεβαίως, να δείξει ότι υπό το βάρος του ελληνικού δημοψηφίσματος αλλάζει στάση, το ευρωιερατείο δρομολόγησε μία τελική διαδικασία με σκοπό ή την επίτευξη συμφωνίας ή τη μεθόδευση του Grexit.

Ο Τσίπρας συνειδητοποίησε πως δεν είχε άλλα περιθώρια διαπραγμάτευσης. Γι’ αυτό και αποδέχθηκε τον δρόμο που του άνοιξε ο Ολάντ. Όπως προαναφέραμε, η ελληνική πρόταση διαμορφώθηκε σε συνεργασία με Γάλλους εμπειρογνώμονες και στελέχη της Κομισιόν, ώστε να μην προβληθούν αντιρρήσεις και εμπόδια απ’ όσους δεν επιθυμούν συμφωνία.

Αναμφίβολα ξενίζει το γεγονός πως η κυβέρνηση Τσίπρα προτείνει ένα δημοσιονομικό πακέτο, το οποίο ελάχιστα διαφέρει από την πρόταση Γιούνκερ, την οποία απέρριψε με 61,3% ο ελληνικός λαός. Όπως επίσης ξενίζει το γεγονός ότι προβάλει τα θετικά του υπό σύναψη 3ου Μνημονίου, επαναλαμβάνοντας κατά εντυπωσιακό τρόπο την επιχειρηματολογία των προηγούμενων κυβερνήσεων.

Το μόνο βάσιμο επιχείρημα του πρωθυπουργού είναι ότι επιδιώκει δίπλα σ’ αυτό το πακέτο να υπάρχει μία δέσμευση του ευρωιερατείου για αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Μένει, βεβαίως, να αποδειχθεί εάν τελικώς θα υπάρχει μία τέτοια δέσμευση. Είναι ξεκάθαρο, ωστόσο, πως το ζήτημα της αναδιάρθρωσης έχει πλέον ανοίξει και μάλιστα κατά τρόπο που δεν κλείνει. Και γι’ αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, έστω κι αν αυτό δεν ομολογείται.

Την αναδιάρθρωση δεν την θέτει στο τραπέζι μόνο το ΔΝΤ. Είναι και η Ουάσιγκτον, αλλά και κορυφαία στελέχη του ευρωιερατείου. Το καταδεικνύουν οι σχετικές δηλώσεις και η πρόσφατη συζήτηση στο Ευρωκοινοβούλιο για την Ελλάδα. Ακόμα και ο Σόιμπλε υποχρεώθηκε να ομολογήσει ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο, αφήνοντας ανοικτή την προοπτική της αναδιάρθρωσης με τη μορφή της επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής και της μείωσης των επιτοκίων.

Η εξέλιξη αυτή επιτρέπει στον Τσίπρα να πουλήσει πολιτικά μία τέτοια συμφωνία και στην κοινωνία και στο κόμμα του. Ο κύριος λόγος, όμως, που ο πρωθυπουργός φαίνεται να εξασφαλίζει συναίνεση όχι μόνο στη Βουλή, αλλά και στην κοινωνία, είναι η διάχυτη πεποίθηση πως η οικονομία έχει βρεθεί στο χείλος του γκρεμού και πως χωρίς συμφωνία θα καταρρεύσει.

Ο Τσίπρας δεν είχε άδικο που ερμήνευσε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ως απόρριψη των εκβιαστικών πιέσεων κι όχι ως παρότρυνση για ρήξη. Τουλάχιστον αυτή τη στιγμή στην κοινωνία κυριαρχεί η επιθυμία για συμφωνία, η οποία, έστω και με ένα νέο επώδυνο Μνημόνιο, θα σταθεροποιήσει το οικονομικό κλίμα και θα επιτρέψει τη σταδιακή επιστροφή στην ομαλότητα.

Για τα περισσότερα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, όμως, η ψήφιση ενός νέου επώδυνου Μνημονίου απαιτεί προσωπική ιδεολογικοπολιτική υπέρβαση. Οι μεγάλες εσωκομματικές τάσεις έχουν ήδη πάρει θέση. Η Ενωτική Κίνηση που θεωρείται η “δεξιά” πτέρυγα του κόμματος υποστηρίζει την ελληνική πρόταση χωρίς ενδοιασμούς. Η “αριστερή” πτέρυγα των προεδρικών, η οποία εκπροσωπείται με σημαντικό αριθμό υπουργών στην κυβέρνηση, αποφάσισε να στηρίξει τον Τσίπρα, διεκδικώντας, όμως, περισσότερα αξιώματα κυρίως στην κυβέρνηση. Το κόμμα, άλλωστε, σχεδόν τους το έχει παραδώσει.

Τη μεγάλη δυσκολία έχει κυρίως το Αριστερό Ρεύμα, το οποίο μαζί με άλλες μικρότερες εσωκομματικές ομάδες, διαθέτει πάνω από 30 βουλευτές. Από τη μία πλευρά δεν ήθελε να ψηφίσει την εξουσιοδότηση προς την κυβέρνηση τις πρώτες πρωινές ώρες του Σαββάτου. 

Από την άλλη, όμως, δεν ήθελε να προκαλέσει τόσο μεγάλο ρήγμα που θα υποχρέωνε τον πρωθυπουργό να οδηγήσει σε μη επιθυμητές πολιτικές εξελίξεις. Τα στελέχη του διαπνέονται από μία κομματικότητα και είναι απρόθυμοι να κινηθούν κατά τρόπο που θα οδηγούσε σε ανατροπή της πρώτης αριστερής κυβέρνησης. Γι’ αυτό και αποφάσισαν να εκφράσουν τη διαφωνία τους, αλλά κατά τρόπο που να μην προκαλέσουν πρόβλημα.
Έτσι προέκυψαν τα “παρών”, οι με πολιτικό νόημα απουσίες, αλλά και η προαναφερθείσα επιστολή των 15. Οι Λαφαζάνης και Στρατούλης ψήφισαν “παρών”, αλλά δήλωσαν πως στηρίζουν την κυβέρνηση. Η δήλωσή τους αυτή, ωστόσο, δεν λύνει το πολιτικό πρόβλημα, ειδικά εάν συναφθεί συμφωνία, η οποία είναι δεδομένο πως θα είναι εξαιρετικά επώδυνη. 

Οι δύο αυτοί υπουργοί  δεν είναι διατεθειμένοι να ψηφίσουν και πολύ περισσότερο να εφαρμόσουν το 3ο Μνημόνιο.
Αυτός είναι ο λόγος που δεν θα παραμείνουν στην κυβέρνηση. Στο μέγαρο Μαξίμου έχουν σχεδόν προεξοφλήσει αυτή την εξέλιξη και γι’ αυτό ο πρωθυπουργός –σύμφωνα με πληροφορίες– έχει αποφασίσει να προχωρήσει σε ανασχηματισμό την επόμενη εβδομάδα, εάν, όπως όλα δείχνουν, τελικώς έχουμε συμφωνία.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν αυτός ο ανασχηματισμός θα είναι η ευκαιρία για τη συμμετοχή στο νέο κυβερνητικό σχήμα του Ποταμιού. Κυβερνητική πηγή μας είπε ότι το ευρωιερατείο άσκησε πιέσεις στον Τσίπρα να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, προσθέτοντας ειρωνικά: «Αυτή είναι ίσως η πιο σημαντική μεταρρύθμιση που θα εκτοξεύσει την ελληνική οικονομία!».
Ο Θεοδωράκης δηλώνει πως δεν προτίθεται να συμμετάσχει στην κυβέρνηση, αλλά όλα είναι ανοικτά. Είναι προφανές πως η αναμενόμενη άρνηση των περισσότερων βουλευτών της Αριστερής Πλατφόρμας να ψηφίσουν τη νέα επώδυνη συμφωνία, ο πρωθυπουργός αναπόφευκτα θα στραφεί προς το Ποτάμι και ίσως και προς το ΠΑΣΟΚ για να διευρύνει την κοινοβουλευτική βάση στήριξης της κυβέρνησής του και κατά πάσα πιθανότητα το κυβερνητικό σχήμα.

Εάν το κόμμα του Θεοδωράκη μπει στην κυβέρνηση, είναι προφανές πως το κέντρο βάρους της κυβέρνησης θα μετατοπισθεί και η πολιτική φυσιογνωμία της θα αλλάξει. Όπως μας διευκρίνισε υπουργός, η είσοδος του Ποταμιού επουδενί δεν σημαίνει έξοδος των ΑΝΕΛ, αλλά μένει να αποδειχθεί εάν ο Καμμένος θα αντέξει να ψηφίσει τη νέα συμφωνία. Στο μέγαρο Μαξίμου θεωρούν πως η συμμετοχή και των δύο αυτών κομμάτων στο κυβερνητικό σχήμα εκ των πραγμάτων θα διευρύνει τα περιθώρια κινήσεων του πρωθυπουργού, αν και ομολογούν πως ο Τσίπρας έχει εκτιμήσει τη συμπεριφορά του Καμμένου όλο το προηγούμενο δύσκολο διάστημα.

Όλα τα παραπάνω, ωστόσο, θα αποκτήσουν πολιτική υπόσταση εάν τελικώς επιτευχθεί συμφωνία. Ο Τσίπρας μπορεί να είχε υποσχεθεί ρητορικά πως θα την έφερνε εντός 48 ωρών, αλλά τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές (πρωινές ώρες του Σαββάτου) όλα δείχνουν πως θα την φέρει πριν ξημερώσει η Δευτέρα, μία εβδομάδα από τη σαρωτική επικράτηση του “όχι” στο δημοψήφισμα. Οι ελληνικές προτάσεις, που γράφτηκαν με τη συμμετοχή εμπειρογνωμόνων από τη Γαλλία και την Κομισιόν, ικανοποιούν όλες σχεδόν τις απαιτήσεις των δανειστών στο δημοσιονομικό επίπεδο, έτσι όπως αυτές είχαν προβληθεί παλαιότερα.

Μ’ αυτή την έννοια, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια σ’ όσους ερωτοτροπούν με το Grexit να τορπιλίσουν την επίτευξη συμφωνίας. Παρόλα αυτά, θα ήταν φρόνιμο να μην υποτιμηθούν οι σχετικές προθέσεις της ομάδας Σόιμπλε και των δορυφόρων του. Ειδικά όταν υπάρχει το προηγούμενο με την πρόταση Τσίπρα κόστους οκτώ δισ, η οποία είχε και τότε γίνει δεκτή με πολύ θετικά σχόλια, αλλά τελικώς, υπό την πίεση του Βερολίνου, είχε πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων.

Αυτή τη φορά, ωστόσο, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Όλοι έχουν συνείδηση πως παίζεται η τελευταία πράξη του δράματος. Εκτός αυτού, η ελληνική πρόταση ουσιαστικά έχει υιοθετηθεί και προωθείται ανοικτά από το Παρίσι, το οποίο έχει εξασφαλίσει την υποστήριξη της Ρώμης και της Κομισιόν.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο Ολάντ δεν έχει περιθώρια να υπαναχωρήσει, χωρίς το γόητρο της Γαλλίας να υποστεί καίριο πλήγμα με ότι αυτό σημαίνει για τις λεπτές ενδοευρωπαϊκές ισορροπίες. Ήδη άλλωστε, δέχεται έντονες κριτικές ότι άγεται και φέρεται από τη Μέρκελ. Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και ο Σαρκοζί, που μέχρι προσφάτως κατηγορούσε την Αθήνα και έθετε ζήτημα Grexit, τις τελευταίες ημέρες έχει κάνει στροφή 180 μοιρών και έχει συνταχθεί με τη θέση της γαλλικής κυβέρνησης.

Χωρίς να αποκλείεται τίποτα, το Βερολίνο θα σκεφθεί πολύ πριν διακινδυνεύσει μία ανοικτή αντιπαράθεση με το Παρίσι. Η γερμανική ηγεμονία στην Ευρώπη, άλλωστε, δεν μπορεί να επιβιώσει, χωρίς τη γαλλική σύμπραξη. Αυτό σημαίνει ότι τα πράγματα δεν αναμένεται να είναι εύκολα για όσους στο ευρωιερατείο δεν επιθυμούν συμφωνία. Από την άλλη πλευρά, όμως, ο Σόιμπλε έχει ακόμα χαρτιά να παίξει.

Το κλίμα στην Κοινοβουλευτική Ομάδα των Χριστιανοδημοκρατών είναι εναντίον ενός νέου πακέτου διάσωσης της Ελλάδας και ο Γερμανός υπουργός έχει φροντίσει όλο το προηγούμενο διάστημα να το τροφοδοτήσει ποικιλοτρόπως. Κατά μία έννοια, αυτό το κλίμα έχει δημιουργήσει συνθήκες πολιτικής ομηρίας για τη Μέρκελ, η οποία δεν επιθυμεί, βεβαίως, να περάσει το πακέτο για την Ελλάδα με τη βοήθεια της ψήφου των Σοσιαλδημοκρατών και έχοντας πολλούς δικούς της βουλευτές απέναντι.

Τα παιχνίδια στη γερμανική πολιτική σκηνή έχουν κρίσιμη σημασία, επειδή από τη στάση της Μέρκελ θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό και η στάση των χωρών-μελών που παίρνουν γραμμή από το Βερολίνο. Και επειδή το πακέτο πρέπει να περάσει από τα Κοινοβούλια των χωρών-μελών σε χρόνο-ρεκόρ, είναι προφανές πως δεν αποκλείεται εκεί να μπουν τρικλοποδιές.

Παρότι είναι σκόπιμο να μην υποτιμηθούν τέτοιου είδους παγίδες, θα είναι δύσκολο για τον Σόιμπλε και την ομάδα του να λειτουργήσουν σαν σαμποτέρ, δεδομένου ότι η ζυγαριά στο ευρωιερατείο δείχνει να γέρνει προς την πλευρά όσων επιδιώκουν συμφωνία για να αποτραπεί η έξοδος της Ελλάδας και οι αρνητικές επιπτώσεις στην ευστάθεια της Ευρωζώνης. Προς την ίδια κατεύθυνση, άλλωστε, πιέζει και η Ουάσιγκτον.

Κατά πάσα πιθανότητα, το Βερολίνο θα ζητήσει πρόσθετα επώδυνα μέτρα από την Ελλάδα για να συμβιβασθεί με το Παρίσι. Ελπίζει πως κατ’ αυτό τον τρόπο θα υπερβεί τα όρια αντοχής του Τσίπρα και κατ’ επέκτασιν θα προκαλέσει την αρνητική αντίδρασή του. Κι αυτή η τακτική, όμως, έχει τα όριά της, δεδομένου πως τώρα πλέον το ζήτημα δεν είναι μία αντιπαράθεση της Αθήνας με το ευρωιερατείο, αλλά μία αντιπαράθεση στους κόλπους του ευρωιερατείου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου