Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

Ελπίδα και ανάγκη

Ελπίδα και ανάγκη



Σε πολλούς δεν έχει απομείνει παρά η ελπίδα και η θέληση να μείνουν όρθιοι· για το δεύτερο υπάρχουν αμφιβολίες.

Πολλοί μιλούν για την ανάγκη και την δύναμη της , που είναι πολύ μεγάλη βίαιη και αναπότρεπτη δύναμη κατά το «Ανάγκα και θεοί πείθονται» ή «Ανάγκα ουδέ θεοί μάχονται», δηλαδή με την ανάγκη δεν μπορούν να τα βάλουν ούτε οι θεοί.

Αυτήν η αλληλουχία:  ελπίδα, ανάγκη, γεγονός, αποτέλεσμα, δεν θα επισυμβεί αναγκαστικά ( να και πάλι η ανάγκη ) ως αναπόδραστη μοίρα.
Την ελπίδα μην τη συγχέουμε, με την άλλη «ελπίδα» που την έκαναν καρέκλες και ωφέλειες της εξουσίας (τους).

Ή όπως λέει ένας φίλος:
«Αλήθεια «πρόθυμοι» του «ναι σε όλα» πώς είναι να έχετε καταπατήσει κάθε αρχή σας, κάθε ιδεολογία, κάθε προεκλογική υπόσχεση, όχι μία φορά αλλά σε τρεις εκλογικές διαδικασίες;
Πώς είναι, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, να έχετε διολισθήσει στα πιο χυδαία επιχειρήματα των (κάποτε) αντιπάλων σας;
Πώς είναι να έχετε σωπάσει εσείς, για να ακούγονται οι καρέκλες σας και τα έδρανα σας;»

Αυτοί τέλειωσαν. Πάει τόσοι ήταν. Μιάς χρήσης και κατάποσης.

Εμείς ;
Αν δεν αντιδράσουμε κάπως, δεν φαίνονται καλά τα πράγματα με τον αμοραλισμό και την υποτέλεια που χαρακτηρίζουν τους κυβερνήτες μας.

Γεγονός είναι ότι τίποτε δεν είναι όπως πριν.
 Το μούδιασμα, η σύγχυση, η απογοήτευση, η απελπισία μένει να εκθρονιστούν.
 Όση γη έφυγε κάτω από τα πόδια όλων, έφυγε, καταλάβαμε (;) τουλάχιστον ότι δεν υπάρχουν ψυχολογικές βεβαιότητες ούτε πολιτικές και πολιτειακές σταθερές.

Που βρισκόμαστε τώρα ;
Είμαστε στην  στάση των ανθρώπων, που ενώ τους φταίνε όλα δεν κάνουν τίποτε για να απαλλαγούν από αυτά που τους ενοχλούν, δηλαδή με όλα δυσαρεστούνται οι άνθρωποι, αλλά και πάλι στα ίδια επανέρχονται.

Η  κοινωνία παρακολουθεί, με απάθεια θα ‘λεγε κανείς, με αδράνεια την επίθεση που έχει εξαπολύσει το πολιτικό σύστημα εναντίον της.

Το πολιτικό σύστημα των από πάνω (τέως και νυν κυβερνήτες)
 κοιτώντας τους από κάτω (την μεγάλη πλειοψηφία του λαού),
έχοντας την ανοχή  των δίπλα (μιας μερίδας της κοινωνίας που την «βγάζουν» ή την «ψιλοβγάζουν») και
την  υποστήριξη των πάνω-πάνω ( μιας μικρής μειοψηφίας οικονομικής ελίτ, τράπεζες, εκδότες κλπ),
λέει :
 Τι θα κάνουν (για μας ο λόγος, που δεν αμυνόμεθα), θα γκρινιάξουν, θα στενοχωρηθούν, θα οργιστούν, θα διαδηλώσουν (αν, λίγοι κλπ) και θα ξεφουσκώσουν· στο τέλος, πάλι εμάς θα ψηφίσουν.

 Πεταμένοι λοιπόν στο κενό από μια εξουσία που δεν διστάζει να δείχνει ανά πάσα στιγμή ότι μας έχει στο τσεπάκι της, ότι μας βλέπει σαν ασπόνδυλα όντα, ανίκανα να σηκώσουμε το ίδιο μας το μπόι, πόσω μάλλον το σώμα της κοινωνίας, πόσο μάλιστα… τον ήλιο (λίγο ψηλότερα…).

Αναρωτιέται κανείς μήπως αυτή η δυσαρέσκεια μεταλλάσσεται σε δεύτερη φύση, μήπως η δυσανεξία μάς κουράζει κι έτσι αρνιόμαστε να ανοιχτούμε στο καινούργιο ή να το εμπιστευτούμε και, κατά συνέπεια, επιλέγουμε τα γνωστά, αυτά που ξέρουμε, κάτι σαν το Σύνδρομο της Στοκχόλμης.

 Εκτός πια αν τόσο πολύ πιστεύουμε στην ιδεολογία του φιλελευθερισμού, ή ακόμη ότι εμείς θα τη σκαπουλάρουμε εάν έχουμε έναν-δυο γνωστούς στον μηχανισμό της εξουσίας.

Δεν το πιστεύω αυτό.
Αλλά να...

Ξανά μανά στα ίδια, λοιπόν, και όλο ανηφόρα η ζωή για την ταλαίπωρη κοινωνία.

Τι ελπίζουμε; Να αλλάξουν με έναν μαγικό τρόπο οι συνθήκες;
 Να πάψει εξαίφνης η ανεργία, φτώχεια, τα αδιέξοδα  και η τρελαμάρα που βιώνουμε;
Πώς θα γίνουν όλα αυτά;
Ως μοίρα, ως τύχη ;
Όταν η κρίση παρατείνεται, ξεσπάνε εξεγέρσεις, υποτίθεται.
Α, μπα.

Μάλιστα. Αφού οι συμφορές κοινές, ποιος θα βοηθήσει;
Αυτοί, μήπως, που σπέρνουν τις συμφορές;
Η απάντηση και το δίλλημα  είναι
Ή εμείς θα βαδίσουμε σκυφτοί, αμίλητοι προς το τέλος (μας).
Ή θα αναζητήσουμε άλλον δρόμο και θα το παλέψουμε ;
  
Δύσκολη εποχή…

1 σχόλιο:

  1. ΔΥΣΚΟΛΗ ΤΟ ΞΕΡΩ, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΩ , ΟΤΑΝ Η ΚΡΙΣΗ ΠΑΡΑΤΕΙΝΕΤΑΙ, ΞΕΣΠΑΝΕ ΕΞΕΓΕΡΣΕΙΣ ΥΠΟΤΙΘΕΤΑ Α,,,,, ΜΠΑ,,,, ΔΕΝ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΩ :

    ΑπάντησηΔιαγραφή